Προσοχή: Spoilers!
Για δεκαετίες, η ακαδημαϊκή κριτική, οι ρομαντικές πεποιθήσεις και η σχολική εκπαίδευση έχουν ρίξει ένα σχεδόν αγιοποιητικό μανδύα πάνω στους πιο σκοτεινούς πρωταγωνιστές του 19ου αιώνα. Έχουμε εκπαιδευτεί να βλέπουμε αυτούς τους χαρακτήρες ως τραγικά θύματα της εποχής τους, των περιστάσεων, των άλλων ή ως βασανισμένους στοχαστές που λύγισαν κάτω από το βάρος μιας άδικης κοινωνίας. Με αποτέλεσμα αυτού το να ανακυκλώνεται μια παρατεταμένη παρεξήγηση στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε τα μεγάλα αριστουργήματα της κλασικής λογοτεχνίας.
Αν όμως αφαιρέσουμε τα φίλτρα της εποχής και κοιτάξουμε αυτά τα κείμενα με μια εντελώς φρέσκια, σύγχρονη ματιά, η εικόνα ανατρέπεται ριζικά. Οι υποτιθέμενοι “τραγικοί ήρωες” αποκαλύπτονται ως κάτι πολύ πιο οικείο και επικίνδυνο. Στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα υπάρχει η ιδέα του villain arc, της εξελικτικής πορείας προς το απόλυτο χάος, η εγκατάλειψη του κοινωνικού εαυτού και η κυριαρχία του “Id”, του Φρόυδ.
Αυτή η ιδέα όμως γεννήθηκε πολύ πριν τα σύγχρονα graphic novels.
Στο Batman: The Killing Joke, ο Άλαν Μουρ έβαλε τον Τζόκερ να διατυπώσει την απόλυτη θεωρία της ψυχολογικής κατάρρευσης, το origin story του κακού, δηλαδή πως το μόνο που χωρίζει τον πιο λογικό άνθρωπο από την πλήρη παράνοια είναι μία κακή μέρα.
Αυτή ακριβώς η θεωρία λειτουργεί ως το τέλειο κλειδί αποκρυπτογράφησης για τους μεγάλους πρωταγωνιστές του Στεντάλ, του Ντοστογιέφσκι, της Μπροντέ και του Ουάιλντ.
Οι χαρακτήρες αυτοί δεν υποκύπτουν στη μοίρα τους. Αγκαλιάζουν τη στρεβλότητά τους, απορρίπτοντας οποιαδήποτε ενσυναίσθηση επιφέρει η συμμετοχή σε ένα σύνολο και αποφασίζουν πως η ηθική είναι απλώς ένα κακόγουστο αστείο· όχι με την έννοια της τρέχουσας ηθικής, που συνήθως είναι, αλλά το ήθος.
Ας ιχνηλατήσουμε αυτή τη σκοτεινή γενεαλογία, εξετάζοντας πώς τα τέρατα της λογοτεχνίας κατασκευάζονται βήμα προς βήμα, δικαιολογώντας το δικό τους προσωπικό χάος.
Το Κόκκινο και το Μαύρο του Στεντάλ θεωρείται συχνά η επιτομή της σύγκρουσης ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό.
Ο Ζιλιέν Σορέλ μάς παρουσιάζεται ως ένας ταλαντούχος νεαρός, γεμάτος πάθος, ο οποίος ασφυκτιά στη μετεπαναστατική Γαλλία. Η παραδοσιακή ανάγνωση τον θέλει θύμα της ταξικής του προέλευσης, έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να φορέσει το ράσο της εκκλησίας επειδή του έχουν αρνηθεί τη στρατιωτική δόξα.
Συγκινητικό δεν είναι;
Μια πιο προσεκτική ματιά όμως, αποκαλύπτει την ραχοκοκκαλιά ενός κοινωνιοπαθούς. Ο Ζιλιέν δεν είναι ένας αδικημένος ιδεαλιστής. Είναι ένας άνθρωπος που βλέπει τους γύρω του ως πιόνια σε μια σκακιέρα ανέλιξης της κοινωνικής ιεραρχίας και απόκτησης μιας κατασκευασμένης υπόστασης. Η σχέση του με τη Μαντάμ ντε Ρενάλ δεν ξεκινά ως ένας παθιασμένος έρωτας και το βλέπουμε αυτό· στο μυαλό του, περιγράφεται με αυστηρά στρατιωτικούς όρους. Την προσεγγίζει σαν ένα οχυρό που πρέπει να κατακτηθεί για να τονώσει το εγώ του.
Κάθε του λέξη είναι υπολογισμένη, κάθε του άγγιγμα είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ακολουθίας.
Η συγγένεια του Σορέλ με το αρχέτυπο του Τζόκερ αποκρυσταλλώνεται στην κορύφωση του μυθιστορήματος όπου ένα όπλο πυρσοκροτεί σε μια εκκλησία την ώρα που τελείται ένας γάμος. Όταν η Μαντάμ ντε Ρενάλ αποκαλύπτει τον πραγματικό του χαρακτήρα με μια επιστολή, καταστρέφοντας τα σχέδιά του για έναν λαμπρό μέλλον μέσω της Ματίλντ ντε λα Μολ, ο Ζιλιέν βιώνει τη δική του “κακή μέρα”. Η αντίδρασή του δεν είναι η αντίδραση ενός λογικού ανθρώπου που προσπαθεί να σώσει την κατάσταση. Είναι η πλήρης παράδοση στο παράλογο.
Η πράξη της ακραίας βίας έχει διαβαστεί ως η ύστατη έκφραση ενός τυφλού πάθους, η ύσταση αντίδραση απέναντι στην συναισθηματική προδοσία. Στην πραγματικότητα, είναι η στιγμή που το προσεκτικά κατασκευασμένο προσωπείο του λογικού υπολογισμού καταρρέει. Ο Ζιλιέν, έχοντας χάσει τον έλεγχο του αφηγήματός του, αποφασίζει να κάψει τον κόσμο.
Στη δίκη, δεν δείχνει ίχνος μεταμέλειας. Χρησιμοποιεί το δικαστήριο ως σκηνή για να καταγγείλει την υποκρισία της κοινωνίας, ακριβώς όπως ένας σύγχρονος supervillain παραδίδει τον τελικό του μονόλογο, πεπεισμένος για τη δική του, διεστραμμένη ανωτερότητα. Και η μεταμέλεια; Η μεταμέλεια που διαβάζουμε στην αφήγηση αφορά περισσότερο στον τρόπο που έζησε ο Ζιλιεν παρά σε οτιδήποτε άλλο. Η ύστερη παραδοχή του πως η Μαντάμ ντε Ρενάλ είναι η αγνότερη ψυχή που γνώρισε, δεν τον εμπόδισε καθόλου να οπλίσει για δεύτερη φορά.
Ο Ροντιόν Ρασκόλνικοφ στο Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι θεμελιώνει την απόλυτη ιδεολογική πλάνη
Αν ο Ζιλιέν Σορέλ χτίζει το villain arc του πάνω στην κοινωνική φιλοδοξία, η οποία αναγνώστηκε για αιώνες ως ρομαντικό πάθος, το “Έγκλημα και Τιμωρία” είναι ίσως ακόμα μεγαλύτερο θύμα της “ρομαντικής” ανάγνωσης. Ο Ρασκόλνικοφ διδάσκεται ως ο απόλυτος εκφραστής της ανθρώπινης ενοχής, ένας νέος που παραστράτησε και τελικά σώζεται μέσω της χριστιανικής αγάπης.
Αν εξετάσουμε όμως τον πυρήνα του εγκλήματος, ο Ρασκόλνικοφ σχεδιάζει και εκτελεί τη δολοφονία μιας ηλικιωμένης τοκογλύφου με το κίνητρό του να μην είναι η απελπισία της φτώχειας αλλά μια θεωρία που έχει γράψει σε ένα άρθρο, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα χωρίζεται σε “συνηθισμένους” και “εξαιρετικούς” ανθρώπους. Οι εξαιρετικοί αυτοί άνθρωποι έχουν το ηθικό δικαίωμα να παραβιάζουν τους νόμους και τα ήθη, να χύνουν αίμα και να περνούν πάνω από πτώματα, προκειμένου να προωθήσουν τις ιδέες τους και μαζί τον κόσμο.
Αυτή η ιδεολογία είναι ο ορισμός της φιλοσοφίας ενός σύγχρονου κακού. Ο Τζόκερ κοιτάζει την ανθρωπότητα και βλέπει ένα αστείο που πρέπει να αποκαλυφθεί. Ο Ρασκόλνικοφ κοιτάζει την ανθρωπότητα και βλέπει “μειράκια” που μπορούν να εξοντωθούν για να επιβεβαιώσει τη δική του ανωτερότητα.
Η αποδόμηση του Ρασκόλνικοφ γίνεται εμφανής στον τρόπο που συμπεριφέρεται μετά τον φόνο. Προτού φτάσει στην περίφημη λύτρωση, περνάει μια μακρά φάση επικίνδυνου ναρκισσισμού. Προκαλεί τους ανακριτές, παίζει ψυχολογικά παιχνίδια με τον Πετρόβιτς, φλερτάρει με τη σύλληψη απολαμβάνοντας την αίσθηση του κινδύνου. Ο βασανισμός του στα πρώτα στάδια προέρχεται από τον βαθύ, ακατάσχετο τρόμο πως τελικά δεν ανήκει στους “εξαιρετικούς” ανθρώπους και όχι από ενσυναίσθηση στα θύματά του.
Ο Ρασκόλνικοβ συντρίβεται επειδή το σώμα και το νευρικό του σύστημα τον προδίδουν, επειδή αποδείχτηκε αδύναμος να σηκώσει το βάρος της ίδιας του της θεωρίας. Το τσεκούρι του είναι η βίαιη επιβολή του χάους πάνω σε μια κοινωνία που θεωρεί κατώτερή του.
Στο Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι του Όσκαρ Ουάιλντ όμως το villain arc δεν ξεκινά με ιδεολογικά μανιφέστα,
ξεκινά με μια ευχή ριζωμένη στην απόλυτη ματαιοδοξία. Ο Ντόριαν είναι αρχικά ένας καθαρός καμβάς.
Η μεταμόρφωσή του σε τέρας γίνεται υπό την καθοδήγηση ενός διεφθαρμένου “μέντορα”, που φυτεύει στο μυαλό του Ντόριαν την ιδέα πως το μόνο που έχει αξία στη ζωή είναι η ομορφιά και η ηδονή.
Αν διαβάσουμε το έργο μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης ψυχολογίας, ο Ντόριαν Γκρέι εξελίσσεται στον απόλυτο ψυχοπαθή. Η ύπαρξη του πορτρέτου, το οποίο γερνάει και παραμορφώνεται απορροφώντας την αμαρτία, του παρέχει το τέλειο άλλοθι. Ο Ντόριαν συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχουν συνέπειες για τις πράξεις του. Αυτή η απουσία συνεπειών είναι η στιγμή που η ηθική του πυξίδα σπάει οριστικά. Μια καλή μέρα για τον κο Γκρέυ, αλλά μια “κακή μέρα” για τον ψυχοπαθή που κρύβει μέσα του.
Η πορεία του προς το σκοτάδι είναι γεμάτη θεατρικότητα, θυμίζοντας έντονα το μακάβριο στυλ του Τζόκερ. Οδηγεί ανθρώπους στην αυτοκτονία για μια κακή θεατρική ερμηνεία και το αντιμετωπίζει ως μια ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική τραγωδία, απουσιάζοντας πλήρως από οποιοδήποτε ανθρώπινο συναίσθημα. Η κορύφωση έρχεται με μια δολοφονία, μια αποκάλυψη κι έναν εκβιασμό.
Ο Ντόριαν διαπράττει τα πιο ειδεχθή εγκλήματα διατηρώντας το αγγελικό του πρόσωπο. Αντιμετωπίζει τη ζωή, τους ανθρώπους και τον πόνο τους ως μια άσκηση πάνω στην αισθητική. Δεν έχει ανάγκη να αλλάξει τίποτα περιφερειακό, θέλει απλώς να καταναλώσει τον κόσμο, αποδεικνύοντας πως όταν αφαιρεθεί ο φόβος της τιμωρίας, το τέρας που κρύβεται μέσα στον άνθρωπο απελευθερώνεται με ένα κυνικό μειδίαμα.
Ίσως η πιο κραυγαλέα περίπτωση λογοτεχνικής παρερμηνείας: Ο Χίθκλιφ
από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλι Μπροντέ, όπου διαβάζουμε τη σχέση του με την Κάθριν που έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως το σύμβολο του απόλυτου, ανεκπλήρωτου έρωτα. Η σχέση τους παρουσιάζεται συχνά ως ένα ρομαντικό ιδεώδες που πήγε πέρα από τον θάνατο. Φαντασιώσεις.
Η αλήθεια είναι βαθιά αποκρουστική. Ο Χίθκλιφ δεν είναι ένας ερωτευμένος ήρωας αλλά ένας αδίστακτος άνθρωπος, η πορεία του οποίου αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο και μεθοδικό villain arc της αγγλικής λογοτεχνίας. Η δική του “κακή μέρα” συμβαίνει όταν κρυφακούει την ομολογία Κάθριν σχετικά με τις αμφιβολίες για το μέλλον της. Εκείνη τη νύχτα, ο Χίθκλιφ εξαφανίζεται στην καταιγίδα.
Όταν επιστρέφει χρόνια αργότερα, πλούσιος και ισχυρός, έχει ήδη ολοκληρώσει τη “μεταμόρφωσή” του στον απόλυτο αντι-ήρωα. Η επιστροφή του δεν έχει σκοπό να διεκδικήσει την αγάπη. Έχει σκοπό να επιβάλει την απόλυτη φρίκη. Σε αντίθεση με τους παρορμητικούς “κακούς”, ο Χίθκλιφ χτίζει την εκδίκησή του με χειρουργική ακρίβεια κακοποιόντας ψυχολογικά και σωματικά μετατρέποντας τα Ανεμοδαρμένα Ύψη σε μια φυλακή ψυχολογικού τρόμου.
Η δικαιολογία του έρωτα χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα για να εξασκήσει τον έλεγχο και το σαδισμό του.
Ο Χίθκλιφ αποδεικνύει πως το τραύμα και η απόρριψη δεν οδηγούνται πάντα στην κάθαρση, ούτε στην καλή λογοτεχνία ούτε και στην πραγματική ζωή. Πολλές φορές, γίνονται τα καύσιμα που τρέφουν ένα τέρας πρόθυμο να γκρεμίσει τον κόσμο για να χτίσει το δικό του πληγωμένο εγωισμό.
Η λίστα των προγόνων του Τζόκερ θα ήταν ελλιπής χωρίς τον Κάπτεν Άχαμπ
από τον Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ. Σε μια πρώτη ανάγνωση, ο Άχαμπ είναι ένας τραγικός ναυτικός, ένας άνθρωπος σε μια επική μάχη ενάντια στη φύση. Στην πραγματικότητα, είναι η προσωποποίηση του ολοκληρωτικού μηδενισμού.
Η δική του “κακή μέρα” ήταν η απώλεια του ποδιού του από τη λευκή φάλαινα. Αυτό το τραύμα ριζώνει μέσα του και διαστρεβλώνει την αντίληψή του για το σύμπαν. Ο Άχαμπ βλέπει τη φάλαινα ως την ενσάρκωση του ίδιου του κακού, ενός θεού που τον προσέβαλε. Η ψυχοπάθεια του Άχαμπ οδηγεί τους πάντες σε βέβαιο θάνατο. Εργαλειοποιεί δεκάδες ανθρώπους, αδιαφορεί και θυσιάζει τα πάντα στον βωμό της προσωπικής του εκδίκησης.
Όπως ο Τζόκερ θέλει να αποδείξει πως οι κανόνες της Gotham είναι χωρίς νόημα, έτσι και ο Άχαμπ θέλει να τρυπήσει το προσωπείο της δημιουργίας, αδιαφορώντας αν η διαδικασία αυτή επιφέρει την απόλυτη καταστροφή. Είναι ο ηγέτης μιας αίρεσης στην οποία συμμετέχει μόνο εκείνος, έτοιμος να παρασύρει τα πάντα στην άβυσσο του ψυχικού του σκοταδιού.
Με το βλέμμα στην Άβυσσο
Διαβάζοντας ξανά αυτά τα θεμελιώδη έργα της λογοτεχνίας χωρίς τα φίλτρα του ακαδημαϊκού καθωσπρεπισμού, στεκόμαστε έκπαγλοι μπροστά σε μια συναρπαστική αποκάλυψη: Ο μύθος του τραγικού ήρωα καταρρέει για να δώσει τη θέση του σε μια παγκόσμια, διαχρονική μελέτη του ανθρώπινου ζόφου.
Οι χαρακτήρες που για γενιές θεωρούσαμε θύματα της μοίρας είναι, εν τέλει, αρχιτέκτονες της δικής τους καταστροφής, αλλά ακόμα κι αν αυτό ήταν κοινός τόπος, τα αληθινά κίνητρά τους μας διέφευγαν όσο τα κοιτούσαμε με γλυκερή ματιά. Η πραγματικότητα αυτών των χαρακτήρων έχει έναν γνόφο που διέφευγε από τους περισσότερους.
Ο Ζιλιέν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Γκρέι, ο Χίθκλιφ και ο Άχαμπ μοιράζονται την ίδια αλαζονική περιφρόνηση για τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης και την ίδια βαθιά ριζωμένη επιθυμία να επιβάλουν το δικό τους χάος στον κόσμο. Στη λογοτεχνία μας προσφέρεται ένας ασφαλής χώρος για να κοιτάξουμε κατάματα αυτή την άβυσσο.
Μας γοητεύει η πτώση αυτών των χαρακτήρων επειδή, κατά βάθος, αναγνωρίζουμε τη δική μας ευθραυστότητα. Μας υπενθυμίζει πως το να παραμένεις άνθρωπος, με τις ηθικές δεσμεύσεις που αυτό συνεπάγεται, είναι μια καθημερινή και συχνά επίπονη επιλογή. Το πραγματικό τέρας δεν κρύβεται σε σκιερές σπηλιές ή σε σελίδες κόμιξ. Κρύβεται πίσω από σπουδαίες ιδέες, ταπεινωμένους εγωισμούς, κοινωνικές δικαιολογίες και ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Κάθε φορά που επιλέγουμε να βυθιστούμε στις σελίδες αυτών των βιβλίων και να αναμετρηθούμε με την καταχνιά των συναισθημάτων αυτών των χαρακτήρων, ο Τζόκερ καρτερεί στο βάθος του δωματίου περιμένοντας να δει στις εκφράσεις μας αν τελικά είχε δίκιο: “Ο καημένος ο Χίθκλιφ”, “πόσο βασανισμένος ο Ζιλιέν”…

