Όταν αρνούμαστε να δεχτούμε τον εναλλάξιμο χαρακτήρα των ιδεών, το αίμα ρέει.

Ο Emil Cioran (1911-1995) υπήρξε ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς και προκλητικούς στοχαστές του 20ού αιώνα, συγγραφέας ο οποίος σε κάθε του φράση αμφισβητεί τις βεβαιότητες και στρέφεται ενάντια σε κάθε τύπο σωτηριολογίας, θρησκευτικής ή πολιτικής.
Με καταγωγή από τη Ρουμανία και μετέπειτα εγκατάσταση στη Γαλλία, ασπάστηκε ουσιαστικά μια διαρκή «εξορία» – όχι μόνο από τη χώρα γέννησής του, αλλά και από οποιαδήποτε βολική δέσμευση της σκέψης.

Στα γαλλικά δοκίμιά του συνταιριάζει τη σκοτεινή ειρωνεία με την επίγνωση της οντολογικής ματαιότητας, στηλιτεύοντας το πάθος του ανθρώπου για δογματικές βεβαιότητες που μεταμορφώνονται σε θεότητα και ζητούν θυσίες. Ο Cioran εκκινεί από την πεποίθηση ότι όλες οι ιδέες, καθαυτές, είναι ουδέτερες, μα στον άνθρωπο βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ώστε να εμψυχωθούν από φανατισμό ή επιθυμία κυριαρχίας.
Το «εγώ» τού πιστού είναι έτοιμο να απαιτήσει από τους άλλους να συμμεριστούν την «αλήθεια» του, και δεν διστάζει να σηκώσει παρεξήγηση αν κάποιος διανοηθεί να την αμφισβητήσει. Έτσι γεννιούνται οι ιδεολογίες, οι θεωρίες, οι αιμοσταγείς φάρσες, και κάθε είδους κυνήγι εναντίον του «αιρετικού». Ανάμεσα στη θρησκευτική ορθοδοξία και την πολιτική, η απόσταση είναι ελάχιστη όταν πρόκειται για φανατισμό.
Εκεί εμφανίζεται η βασική κριτική του Cioran: καταγγέλλει τον άνθρωπο που λατρεύει τόσο παθιασμένα το δικό του δόγμα, ώστε γίνεται δυνάμει τύραννος ή μάρτυρας, κάποιος που σκοτώνει ή σκοτώνεται για μια ιδέα. Δεν σώζεται ούτε ο «λόγος», αυτή η δήθεν ανώτερη θεότητα του ορθολογισμού, διότι και ο ορθολογισμός μπορεί να υπηρετήσει σφαγές, όπως στην περίπτωση του εθνικισμού, της φυλετικής καθαρότητας ή του ταξικού ολοκληρωτισμού. Ο Cioran υποστηρίζει πως οι εποχές που ξεχειλίζουν από θρησκευτικό ζήλο είναι συνήθως και οι πιο αιματηρές στην ιστορία: από τα βασανιστήρια της Ιεράς Εξέτασης ως τους μεταρρυθμιστικούς πολέμους, η πίστη διαπλέκεται με τη βία, και μάλιστα συχνά την τρέφει.

Η πίστη γενικά –είτε επικαλείται τον Θεό, είτε την πρόοδο, είτε την ελευθερία, είτε μιαν όποια αιτία που εμφανίζεται ως υπέρτατη– τείνει να ζητά πιστούς και να τιμωρεί τους σκεπτικιστές. Στη σύλληψη του Cioran, ο άνθρωπος που εθίζεται στην «απόλυτη αλήθεια» δεν ανέχεται την αβεβαιότητα και το δικαίωμα κανενός να αμφισβητήσει τη δική του «ορθή» θέση. Η μόνη ελπίδα για να αποτραπούν τα χειρότερα, τονίζει ο στοχαστής, είναι η ικανότητα της αδιαφορίας: εκείνος που δεν αναγορεύει καμιά ιδέα σε θεό, εκείνος που βλέπει το ανέφικτο να συνασπιστεί ο κόσμος γύρω από ένα δόγμα, εκείνος που αρνείται να προσηλυτίσει, είναι ο μόνος πραγματικά ευεργέτης της ανθρωπότητας. Οι γνήσιοι σκεπτικιστές, οι κυνικοί και οι ανενεργοί καχύποπτοι άνθρωποι, αποτελούν το καλύτερο αντίδοτο στη φανατική πώρωση.

Τι είναι η κοινωνία παρά μια κόλαση από σωτήρες; 
Ο Διογένης με το φανάρι του έψαχνε να βρει κάποιον αδιάφορο.
Α Δ Ι Α Φ Ο Ρ Ο.–

Στις σελίδες του Cioran, ο αρχαίος φιλόσοφος Διογένης προβάλλει σαν παράδειγμα απόλυτης ειλικρίνειας και διάρρηξης των κοινωνικών συμβάσεων: ο «ουράνιος κυνικός», όπως τον λέει, υπήρξε ίσως ο μέγιστος γνώστης του ανθρώπου, ακριβώς διότι τον κοίταξε ξεγυμνωμένο από ωραιοποιήσεις και τον αντιμετώπισε με αδιαντροπιά. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είχε τίποτα να προτείνει –καμία θεωρία ή πολιτική μεταρρύθμιση– μόνο το παράδειγμα της πλήρους αδιαφορίας για τα «ιερά» έθιμα και τις τεχνητές ιεραρχίες. Στον πυρήνα της σκέψης του Cioran βρίσκεται η βαθιά γνώση ότι το κενό της ανθρώπινης καρδιάς καθρεφτίζεται στο κενό του χρόνου. Η ύπαρξή μας βρίσκει το νόημά της μέσα από ένα παραλήρημα, μια συνεχή παραγωγή μυθολογιών και αξιών που μας απομακρύνουν από την κατά πρόσωπο θέαση του μηδενός. Πιστεύουμε στην Ιστορία ως πρόοδο, σε κάποιο μακρινό μέλλον ή σε μια θεία λύτρωση, και αρνούμαστε να δούμε πως όλα μπορεί να μην είναι παρά μια ανθρώπινη κατασκευή. Ωστόσο, φτάνει ένα ίχνος ειρωνείας ή περίσσειας οξυδέρκειας για να διαλυθούν οι ψευδαισθήσεις που μας κρατούν ζεστούς απέναντι στον παγερό χρόνο. Εκεί αναδύεται η ανία, αυτή η σχεδόν μεταφυσική κατάσταση που περιγράφει ο Cioran ως «η αρχή του δρομολογίου» προς την τελική συνειδητοποίηση του κενού.

Αν η ζωή διέπεται από κάποιας μορφής ένταση και παραλήρημα, η ανία είναι η κατάρρευση όλων των παραισθήσεων που μας απασχολούσαν και μας έδιναν κίνητρο. Είναι η συναίσθηση πως κάθε ενέργεια, κάθε προσδοκία μένει μετέωρη μπροστά σε ένα απέραντο τίποτα. Χωρίς την παρηγοριά της δράσης ή τη ζεστασιά των πίστεων, ο άνθρωπος κινδυνεύει να βιώσει το απόλυτο κενό ως εφιάλτη, και τότε ίσως αναζητήσει τη βία, το έγκλημα, κάθε μορφής εκτόνωση, μόνο και μόνο για να αποφύγει τη σιωπή και τη μονοτονία. Καθώς ο Cioran προχωρά στα γραπτά του, οραματίζεται μια ανθρωπότητα που επιλέγει ή υποκύπτει σε μαζικούς εξουσιασμούς προκειμένου να μην αντικρίσει γυμνή την παντελή απουσία ενός «γιατί». Ο φιλόσοφος δεν δίνει καμία λύση· αρνείται ρητά κάθε σύστημα που κρύβει τον φόβο του κενού πίσω από επαναστατικά λάβαρα ή πίσω από θρησκευτικούς μυστικισμούς. Αντιθέτως, υμνεί τη λεπτή και δραστική ειρωνεία, τον σαρκασμό, τους αφορισμούς που ξηλώνουν τη βεβαιότητα, τον κυνισμό του Διογένη, αλλά και τη σκεπτική αποστασιοποίηση ανθρώπων οι οποίοι προτιμούν να μην σώσουν κανέναν και να μην «βελτιώσουν» τον κόσμο, ακριβώς για να μην εμπλακούν σε νέα τυραννικά εγχειρήματα. Στα γραπτά του Cioran βλέπουμε να δικαιώνεται ο θρήνος για τον άνθρωπο, ο οποίος, γεμάτος ισχυρισμούς για αλήθειες και ιδανικά, δεν αντέχει την αμφιβολία και απαιτεί συγκατάνευση ή υποταγή.

Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο στοχαστής αναγνωρίζει ότι χωρίς το παραλήρημα της δημιουργίας αξιών ή κάποιας μορφής ψευδαίσθησης, δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε το κενό της ύπαρξης. Έτσι, σε κάθε σελίδα του αναδεικνύεται η τραγικότητα του ανθρώπου: να ταλαντεύεται ανάμεσα στον χλευασμό και τον αποπροσανατολισμό, ανάμεσα στην ειρωνεία που κατεδαφίζει κάθε μύθο και την ανάγκη να συντηρήσει έστω ένα θραύσμα πίστης για να αντέξει την αληθινή όψη του μηδενός. Ο Cioran, λοιπόν, δεν μας προσφέρει ένα αισιόδοξο συμπέρασμα ή ένα καινούργιο δόγμα, παρά μόνο την πρόσκληση να υπομείνουμε την αβεβαιότητά μας, να σαρκάσουμε και να σαρκαστούμε, να διατηρήσουμε ζωντανή την καχυποψία μας απέναντι σε οποιονδήποτε απόστολο ή ενθουσιώδη σωτήρα. Η ίδια η γραφή του, με τη μορφή αφορισμών ή σύντομων σημειώσεων, εκφράζει μιαν ανάγκη να σπάσει το συνεχές της φιλοσοφικής ρητορείας, αποδεικνύοντας πως τίποτα το ευρύ ή το «ολιστικό» δεν δύναται να απαντήσει στις πιο ακραίες μας αγωνίες. Η ψυχή του, γεμάτη αφόρητη ενόραση για τον μηχανισμό της ζωής, εκδηλώνει μια ταυτόχρονη πικρή τρυφερότητα για τα πλάσματα που καταδικάζονται σε αυτό το κενό, ενώ διαμορφώνει ένα στυλ κοφτερό, ειρωνικό και συχνά λυρικό.

Παρά τη συντριπτική απαισιοδοξία του, ο Cioran παραμένει αναπάντεχα ανθρώπινος, καθώς δεν παύει να περιγελά πρωτίστως τις δικές του αυταπάτες και τις δικές του απογοητεύσεις. Αντλώντας από μια ρίζα που συνδυάζει τον ριζοσπαστικό σκεπτικισμό με μια σχεδόν «κοινωνική» συμπόνια, καταλήγει να υπενθυμίζει ότι η συνειδητοποίηση της ανουσιότητας των πραγμάτων ίσως και να συνιστά την ύστατη μορφή απελευθέρωσης. Και προτείνει –αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη για τον ίδιο– την αυτογνωσία και την ειρωνική υπεκφυγή ως τις πιο ανώδυνες επιλογές σε έναν κόσμο όπου η αναζήτηση της «αλήθειας» έχει αμέτρητες φορές πυροδοτήσει τη μεγαλύτερη δυνατή βία. Γιατί εκεί όπου οι φωνές υψώνονται δυναμικά, οι έντιμοι αμφισβητίες, οι «αδιάφοροι» του Cioran, γίνονται οι καλύτεροι φύλακες της ελευθερίας: άνοσοι στην αυταπάτη της μοναδικής αλήθειας, χαρίζουν στους γύρω τους τον χώρο να αναπνέουν, χωρίς να επιβάλλουν ψεύτικους θεούς και χωρίς να καταπιέζουν το χάος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μέρη από το άρθρο έχουν ληφθεί από το κείμενο “Εμίλ Σιοράν: Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού” από το site https://terrapapers.com/