Στον κόσμο του μεταχειρισμένου και του συλλεκτικού βιβλίου, η αξία ενός αντίτυπου καθορίζεται και από τη φροντίδα, την αισθητική και το πνευματικό θάρρος των ανθρώπων που βρέθηκαν πίσω από το πιεστήριο.

Η περίοδος από το 1945 έως τα τέλη του 20ού αιώνα αποτελεί μια από τις πιο πυκνές και γόνιμες φάσεις της ελληνικής τυπογραφικής και εκδοτικής ιστορίας. Η μεταπολεμική άνθηση των ανεξάρτητων, ολιγομελών εκδοτικών οίκων δεν υπήρξε μια απλή επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά μια βαθιά πολιτισμική και πνευματική πράξη.

Η μεταπολεμική περίοδος και το όραμα στο Πιεστήριο

Αμέσως μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η ανάγκη για ανασυγκρότηση της πνευματικής ζωής οδήγησε μεμονωμένους τυπογράφους, διανοούμενους και ποιητές να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της έκδοσης, είτε σε ιδιωτικό (αυτοεκδόσεις) είτε σε ευρύτερο επίπεδο (έκδοση και διανομή). Σε αντίθεση με τους μεγάλους εκδοτικούς οργανισμούς της εποχής, τα ολιγομελή αυτά εγχειρήματα στηρίχθηκαν στο προσωπικό μεράκι, την αισθητική συνέπεια και την ιδεολογική ανησυχία των δημιουργών τους και η είσοδος της μονοτυπικής μηχανής παραγωγής τυπογραφικών στοιχείων, έκανε αυτά τα εγχειρήματα δυνατά.

Ο εκδότης δεν ήταν ένας ουδέτερος μεταπράτης, αλλά ένας ενεργός συντελεστής του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Επέλεγε τη γραμματοσειρά, το βάρος και την υφή του χαρτιού, τα περιθώρια της σελίδας και την εικαστική επιμέλεια του εξωφύλλου, σε μια εκδοτική πράξη όπου όλα αυτά είχαν τη σημασία τους. Το βιβλίο με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπιζόταν ως οργανικό σύνολο, αυτοτελές έργο τέχνης όπου πέρα από τα τυπωμένα γράμματα στις σελίδες του, το ίδιο το αντικείμενο είχε ένα ειδικό βάρος.

Η Τυπογραφία ως αντίσταση και πολιτική πράξη

Κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, και ιδιαίτερα μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της Δικτατορίας, το ανεξάρτητο πιεστήριο μετατράπηκε σε καταφύγιο ελεύθερης έκφρασης. Η έκδοση ενός δοκιμίου, μιας ποιητικής συλλογής ή μιας μετάφρασης δεν εξυπηρετούσε εμπορικούς στόχους, αλλά τη διατήρηση της νόησης και της κριτικής σκέψης.

Μέσα από περιορισμένα τιράζ, εκδόσεις εκτός εμπορίου, αριθμημένα αντίτυπα και διανομή χέρι με χέρι, οι μικροί αυτοί οίκοι κατάφεραν να αμφισβητήσουν τη λογοκρισία ρισκάροντας κατασχέσεις, διώξεις και οικονομική καταστροφή. Να αναδείξουν νέες λογοτεχνικές φωνές φιλοξενώντας τον μεταπολεμικό υπερρεαλισμό, την αμφισβήτηση και την ποιητική πρωτοπορία και να εισαγάγουν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη μεταφράζοντας απαιτητικά κείμενα φιλοσοφίας, αισθητικής και κοινωνικής θεωρίας που απουσίαζαν εσκεμμένα ή είχαν παραβλεφθεί από την εγχώρια βιβλιογραφία.

Σήμερα, οι περισσότεροι από αυτούς τους ιστορικούς οίκους έχουν κλείσει τον κύκλο τους ή έχουν αλλάξει φυσιογνωμία. Ωστόσο, τα βιβλία που τυπώθηκαν στα εργαστήριά τους παραμένουν περιζήτητα τεκμήρια. Η σπανιότητά τους δεν οφείλεται μόνο στον μικρό αριθμό αντίτυπων που κυκλοφόρησαν, αλλά στο γεγονός ότι συμπυκνώνουν μια ολόκληρη εποχή όπου το βιβλίο δημιουργούνταν με χειροποίητη φροντίδα, αισθητική αυστηρότητα και πνευματικό θάρρος.

Ας δούμε κάποιους από τους εκδοτικούς οίκους της εποχής και τα πρόσωπα που έβαλαν το όραμά τους στο Τύμπανο και στη Σαλέτα.

Εκδόσεις “Κείμενα” (Φίλιππος Βλάχος, 1969-1989)

Ο εκδοτικός οίκος ιδρύθηκε το 1969 στην Αθήνα από τον Φίλιππο Βλάχο, με βασική συνεργάτιδα τη Γεωργία Παπαγεωργίου. Ξεκίνησε τη λειτουργία του εν μέσω της δικτατορίας, σημαδεύοντας την εποχή με το κλασικό μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη “Η τιμή και το χρήμα”.

Γύρω από το όραμα του εκδοτικού οίκου στήθηκε ένα εργαστήρι υψηλής τυπογραφικής τέχνης, όπου κάθε έκδοση αντιμετωπιζόταν ως ένα αυτοτελές έργο τέχνης. Στόχος του Βλάχου ήταν να προσφέρει μια ουσιαστική αισθητική εμπειρία στον αναγνώστη.

Ο ιδρυτής επέλεγε με ιδιαίτερη επιμέλεια τα υλικά του. Το ανάγλυφο ματ χαρτί, τα πλατιά περιθώρια των σελίδων, οι αριθμημένες εκδόσεις εκτός εμπορίου και η λιτή, κλασική γραμματοσειρά αποτελούσαν μια συνειδητή στάση απέναντι στην εμπορευματοποίηση του βιβλίου. Στα “Κείμενα” βρήκαν στέγη κορυφαίοι εκπρόσωποι των γραμμάτων μας, όπως οι Δημήτρης Χατζής, Γιάννης Σκαρίμπας, Μίλτος Σαχτούρης, Κική Δημουλά, Άρης Αλεξάνδρου και Μαρία Λαϊνά.

Παράλληλα, ο Φίλιππος Βλάχος συμμετείχε ενεργά στην πνευματική αντίσταση της εποχής. Ανέλαβε την τυπογραφική επιμέλεια και την παραγωγή του εμβληματικού συλλογικού τόμου “18 Κείμενα” (1970). Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε με σημαντικό νομικό και πολιτικό ρίσκο της Νανάς Καλλιανέση από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο Βλάχος τύπωσε επίσης τα “Νέα Κείμενα” (1971). Τα βιβλία αυτά παραμένουν ιστορικά τεκμήρια πολιτικής συνέπειας και τυπογραφικής αρτιότητας. Η εικοσαετής διαδρομή αυτού του κύκλου τερματίστηκε το 1989 με τον πρόωρο θάνατο του δημιουργού του.

Εκδόσεις “Διαγώνιος” (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη, 1957-1998)

Μακριά από το εκδοτικό κέντρο της Αθήνας, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μετέτρεψε τη Θεσσαλονίκη σε έναν αυτόνομο πυρήνα λογοτεχνικής δημιουργίας. Η “Διαγώνιος”, ξεκινώντας το 1957 ως περιοδικό και εξελισσόμενη παράλληλα σε εκδοτικό εγχείρημα, υπήρξε το προσωπικό του πνευματικό καταφύγιο και ταυτόχρονα μια απαιτητική σχολή γραφής και τυπογραφικής συνέπειας.

Ο Χριστιανόπουλος παρακολουθούσε προσωπικά κάθε στάδιο της παραγωγής, επιλέγοντας προσεγμένα χαρτιά και φροντίζοντας τη στοιχειοθεσία για να διαφέρει από τα “εργοστάσια” της μαζικής παραγωγής τυπώσεων, η οποία είχε αρχίσει να γιγαντώνεται εκείνη την εποχή. Αντίθετα με τους κανόνες της μαζικής αγοράς, επέμενε σε περιορισμένους αριθμούς αντίτυπων, συχνά μόλις 300 έως 500 κομμάτια, σε επιλεγμένο χαρτί και προσεγμένο τρόπο τυπωσεως, γεγονός που καθιστούσε κάθε έκδοση δυσεύρετη σχεδόν από τη στιγμή της κυκλοφορίας της.

Πέρα από τα δικά του ποιητικά και δοκιμιακά έργα, η “Διαγώνιος” λειτούργησε ως φυτώριο για τη λογοτεχνική γενιά της Θεσσαλονίκης. Στις σελίδες της παρουσιάστηκαν και ωρίμασαν δημιουργοί όπως η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου και ο Βασίλης Καραβίτης, διαμορφώνοντας το διακριτό, χαμηλόφωνο αλλά βαθιά υπαρξιακό ύφος της μεταπολεμικής βορειοελλαδικής γραμματείας.

Εκδόσεις “Σημειώσεις” (1972-2010)

Στα χρόνια της Δικτατορίας, το 1972, μια ομάδα διανοουμένων αποφάσισε να δημιουργήσει έναν ανεξάρτητο χώρο ελεύθερης σκέψης και έκφρασης. Έτσι γεννήθηκαν οι “Σημειώσεις” ως περιοδική έκδοση και παράλληλα εκδοτική σειρά, λειτουργώντας ως νησίδα πνευματικής αναζήτησης πέραν της εμπορικής σκοπιμότητας.

Τα βιβλία των “Σημειώσεων” δεν βασίζονταν σε διαφημιστικές καμπάνιες. Διανέμονταν κυρίως χέρι με χέρι ή βρίσκονταν στα ράφια ελάχιστων ενημερωμένων βιβλιοπωλείων. Η αισθητική τους ήταν απόλυτα αναγνωρίσιμη: αυστηρά, μονόχρωμα εξώφυλλα χωρίς περιττά διακοσμητικά στοιχεία, που άφηναν όλο το βάρος στη δύναμη του κειμένου.

Στις σελίδες τους αποτυπώθηκαν μερικές από τις πιο οξυδερκείς στιγμές της μεταπολεμικής κριτικής σκέψης. Μέσα από τα δοκίμια και τις μελέτες συγγραφέων όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο Στέφανος Ροζάνης και ο Βύρων Λεοντάρης, οι “Σημειώσεις” επανεξέτασαν τις κατεστημένες βεβαιότητες και επαναπροσδιόρισαν τη σχέση της λογοτεχνίας με την πολιτική και τη φιλοσοφία.

Εκδόσεις “Συντεχνία” & “Προτάσεις” (Δεκαετία ’70)

Μέσα στην αναταραχή της Χούντας και της πρώιμης Μεταπολίτευσης, μικρές συσπειρώσεις δημιουργών προχώρησαν σε άμεσες, ριζοσπαστικές εκδοτικές χειρονομίες. Η “Συντεχνία” και οι “Προτάσεις” υπήρξαν δύο τέτοια βραχύβια εγχειρήματα της δεκαετίας του ’70, που αποτύπωσαν την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς για ελεύθερη έκφραση, σε μια προσπάθεια αναβίωσης του ανένταχτου πνεύματος της καλλιτεχνίας -με την κυριολεκτική της έννοια.

Χωρίς μεγάλα κεφάλαια κίνησης ή οργανωμένα δίκτυα διανομής, οι εκδόσεις αυτές στηρίχθηκαν στην προσωπική εργασία και την ανταπόκριση των αναγνωστών. Η “Συντεχνία” ξεχώρισε για την ιδιαίτερη τυπογραφική της φροντίδα, όπως στη “Διήγηση” του Έκτορα Κακναβάτου (1974), με τη σχεδιαστική συμβολή του Φίλιππου Βλάχου. Αντίστοιχα, οι “Προτάσεις” έδωσαν βήμα σε μαχητικά κείμενα κριτικής.

Η μικρή διάρκεια ζωής αυτών των εκδοτικών σχημάτων, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο αριθμό αντίτυπων που τυπώθηκαν υπό την απειλή της λογοκρισίας, μετατρέπει σήμερα αυτά τα λιτά τομαρίδια σε περιζήτητα τεκμήρια μιας μεταβατικής εποχής.

Εκδόσεις “Θεμέλιο” (Μίμης Δεσποτίδης, 1963-σήμερα)

Το “Θεμέλιο” ιδρύθηκε το 1963 υπό τη διεύθυνση του Μίμη Δεσποτίδη και αποτέλεσε τον κύριο εκδοτικό και πολιτιστικό εκφραστή της προδικτατορικής ανανεωτικής Αριστεράς και της νεολαίας της ΕΔΑ. Ήταν ένας ζωντανός χώρος που συνέδεσε την πολιτική ανησυχία με την αισθητική πρωτοπορία και τη σύγχρονη πεζογραφία.

Με εξώφυλλα που φιλοτεχνούσαν σπουδαίοι Έλληνες εικαστικοί, όπως ο Χαράκτης Τάσσος, το “Θεμέλιο” εξέδωσε βιβλία-σταθμούς. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το ιστορικό μυθιστόρημα “Ζ” του Βασίλη Βασιλικού (1966), μια έκδοση που συμπύκνωνε την πολιτική ένταση της εποχής γύρω από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, τοποθετώντας τον οίκο στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Η πρώτη αυτή πορεία διακόπηκε βίαια την 21η Απριλίου 1967. Το καθεστώς έκλεισε αμέσως τα γραφεία και το βιβλιοπωλείο του “Θεμελίου”, εκτόπισε τα στελέχη του και προχώρησε στη δήμευση και την ολοκληρωτική πολτοποίηση των αποθεμάτων του. Αυτή η καταστροφή κατέστησε τις αυθεντικές πρώτες εκδόσεις της περιόδου 1963-1967 εξαιρετικά σπάνιες. Το “Θεμέλιο” επαναλειτούργησε δυναμικά στη Μεταπολίτευση και παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα, όμως η προδικτατορική του περίοδος αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Εκδόσεις “Εξάντας” (Μάγδα Κοτζιά, 1974-σήμερα)

Μετά την επιστροφή της από την αντιδικτατορική εξορία στο Παρίσι, η Μάγδα Κοτζιά ίδρυσε το 1973 ένα πρωτοποριακό βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη. Το 1974 μετακόμισε στην Αθήνα και, μαζί με τους Β. Καλλιπολίτη και Τ. Μπανούση, ίδρυσε τον “Εξάντα”. Η επιλογή και η έκδοση κάθε βιβλίου αποτελούσε για εκείνους πράξη πολιτική.

Στις πρώτες του δεκαετίες, ο οίκος διακρίθηκε για την τόλμη του να παντρέψει τον λογοτεχνικό λόγο με τις εικαστικές τέχνες, αλλά και για την εισαγωγή σπουδαίων ξένων δημιουργών στο ελληνικό κοινό. Ο “Εξάντας” καλλιέργησε συστηματικά τις δημιουργικές συμπράξεις ανάμεσα σε συγγραφείς και μεταφραστές, συστήνοντας έργα δημιουργών όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, ο Ερνέστο Σάμπατο, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Τόμας Μαν και ο Εμίλ Σιοράν.

Μετά τον θάνατο της εκδότριας το 2015, ο οίκος άλλαξε σελίδα.

Εκδόσεις “Έρασμος” (Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, 1975-σήμερα)

Οι εκδόσεις “Έρασμος” ιδρύθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο. Ο οίκος λειτούργησε ως φυσική προέκταση της πνευματικής ομάδας του περιοδικού “Σημειώσεις”, αποτελώντας τον κύριο φορέα της δικής του αυτοτελούς βιβλιοπαραγωγής. Στον κατάλογό του εντάχθηκαν δυσεύρετα αλλά καίρια δοκίμια φιλοσοφίας, αισθητικής και πολιτικής θεωρίας, καθώς και μεταφράσεις απαιτητικών στοχαστών.

Η αισθητική των εκδόσεων παρέμεινε πιστή σε μια αυστηρή, δωρική γραμμή. Τα λιτά εξώφυλλα με τη χαρακτηριστική τυπογραφική διάταξη έδιναν προτεραιότητα στο ίδιο το κείμενο, αποφεύγοντας κάθε εμπορική επιτήδευση. Ανάμεσα στις εκδόσεις-σταθμούς συγκαταλέγεται το βιβλίο “Υπό ξένην σημαία” του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου (1979), καθώς και μεταφράσεις έργων του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του Τεόντορ Αντόρνο και του Μαξ Χορκχάιμερ, που εισήγαγαν συστηματικά τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης στην Ελλάδα. Ο οίκος συνεχίζει να εκδίδει μεμονωμένους τίτλους και το περιοδικό, διατηρώντας αναλλοίωτο τον ανεξάρτητο και αντι-εμπορικό του χαρακτήρεα.

Εκδόσεις “Πλέθρον” (1980-σήμερα)

Οι εκδόσεις “Πλέθρον” ιδρύθηκαν στην Αθήνα το 1980 και αποτέλεσαν έναν από τους πιο συνεπείς πυλώνες για τη διάδοση της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης στην Ελλάδα, με έμφαση στη γαλλική θεωρία. Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο οίκος επικεντρώθηκε στη δημοσίευση έργων που αφορούσαν τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, την κοινωνική ανθρωπολογία και την κριτική θεωρία, καλύπτοντας σημαντικά κενά της ελληνικής βιβλιογραφίας.

Μέσα από εμβληματικές σειρές, το “Πλέθρον” σύστησε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό θεμελιώδη κείμενα στοχαστών όπως ο Μισέλ Φουκώ, με τα βιβλία Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Η διακυβέρνηση των ζώντων και Ο λόγος της αλήθειας. Η μεταφραστική αυστηρότητα και η προσεγμένη επιμέλεια των εκδόσεων δημιούργησαν ένα σταθερό σημείο αναφοράς για την εγχώρια ακαδημαϊκή και πνευματική κοινότητα. Ο οίκος παραμένει ενεργός μέχρι σήμερα.

Κάποιοι από αυτούς τους εκδοτικούς οίκους μπορεί να μην υπάρχουν πια ολοσδιόλου ή να μην υφίσταται η αρχική τους μορφή, αλλά η κληρονομιά των οραμάτων που ζέσταναν τις μηχανές από τα τυπογραφεία της εποχής, ζει στις βιβλιοθήκες των συλλεκτών.

Κάθε φυλαγμένο και διατηρημένο αντίτυπο είναι μια ζωντανή μαρτυρία για να μας θυμίζει πως, κατά βάθος, το βιβλίο ήταν πάντα μια πράξη αντίστασης.

Πηγές:

  • Δρούλια Λουκία: Η ιστορία του Ελληνικού βιβλίου. προσεγγίσεις και σύγχρονες κατευθύνσεις της έρευνας-βιβλιογραφία των ελληνικών εργασιών (1965-2000). Εκδόσεις Κότινος, 2001.
  • Χρ. Γ. Καραμπλιάς: Οι εργάτες Τύπου και η ιστορία τους (Από το 1821 έως το 1975). Αθήνα 1976.
  • Σκιαδάς Νικόλαος: Το χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας, 3 τόμοι, Gutenberg, Αθήνα 1976, 1981, 1982.

Υ.Γ. Αν χρειάζονται να γίνουν διορθώσεις στο άρθρο ή υπάρχουν λάθη παρακαλώ ενημερώστε μας

Αν η λογική του κόσμου ήταν επαρκής κάποιοι άνθρωποι δε θα έπρεπε να υπάρχουν ή, αν υπάρχουν, να είναι ελάσσονος σημασίας, δηλαδή σε μια υποσημείωση της ιστορίας, σε έναν φάκελο πολιτικών αποτυχιών, σε μια αποστροφή μιας συζήτησης για την προεπαναστατική Ρωσία ή σε έναν διάλογο με έναν ψυχίατρο. Όμως ας πάρουμε σαν παράδειγμα τη Μαρία. Η Μαρία υπήρξε και υπάρχει και η υπάρξή της επιμένει ν’ αποτελεί σκάνδαλο.

“ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας καὶ λίθος προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου.” ΠΕΤΡΟΥ Α,β’:7-8

Η Μαρία γεννήθηκε ως Ελισάβετ Πιλένκο σε έναν κόσμο που περιμένει πως οι ζωές έχουν γραμμικότητα: παιδικά χρόνια, ιδέες, ωρίμανση, γάμος, παιδιά, κάποια επιτυχία ή αποτυχία και τέλος τα θυμαράκια. Ο θάνατος του πατέρα της όμως σπάει αυτή τη γραμμή χωρίς ποίηση, χωρίς ρομαντισμό, απλά, καθημερινά και άγαρμπα. Ο Θεός δεν υπάρχει, αλλά κι αν υπάρχει συγκατοικεί με το θάνατο σκέφτηκε η Ελισάβετ και κάπως έτσι, με μια λογική απολύτως γραμμική, γίνεται άθεη.

Και κάπως έτσι αρχίζει το παράλογο. Διότι η Ελισάβετ κατά βάθος δεν παραιτείται από την αναζήτηση. Δε συμβιβάζεται με τον κόσμο. Δεν γίνεται απλώς μια ακόμη απογοητευμένη ψυχή. Αντί να μειώσει τις απαιτήσεις της από τον κόσμο, τις αυξάνει.

Μπαίνει στους επαναστατικούς κύκλους της Πετρούπολης, στον «Πύργο», εκεί όπου οι ιδέες συνυπάρχουν με άλλα εκρηκτικά. Παντρεύεται έναν παράνομο μπολσεβίκο ονόματι Δημήτριο Κουζμίν, απο τον οποίο θα πάρει διαζύγιο το 1912 ενώ ταυτόχρονα μπαίνει κι η ίδια στην παρανομία. Γράφει επαναστατικά. Ζει επαναστατικά. Συγκρούεται. Το 1913 γεννά το πρώτο της παιδί εκτός γάμου το οποίο μετά από λίγο θα χάσει. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εντάσσεται στο Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Εκλέγεται ἀντιδήμαρχος της πόλεως Ἀνάπα στη νότια Ρωσία, ενάντια στις δύο παρατάξεις των “Λευκών” και των “Κόκκινων”, εν τέλει την απειλούν να τη σκοτώσουν οι «Λευκοί», την απειλούν και οι «Κόκκινοι».

Δικάζεται από τους «Λευκούς» για επαναστατική δράση, αλλά την σώζει από το εκτελεστικό απόσπασμα ο δικαστής Ντανιήλ Σκομπτσόβ, ο μετ’ έπειτα σύζυγός της. Το 1923 φτάνει πρόσφυγας με την οικογένειά της στο Παρίσι, όπου θα γίνει η μόνιμη κατοικία της και το κέντρο δράσης της.
Εντωμεταξύ είχαν ήδη γεννηθεί τα δύο της μικρότερα παιδιά, ο Γιούρι (μάρτυρας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άγιος της Εκκλησίας) και η Νάστια. Η μικρή Αναστασία. Η Νάστια, το 1926, θα υποκύψει στη φυματιώδη μηνιγγίτιδα και η Ελισάβετ, συγκλονισμένη από το θάνατο της κόρης της, θα συναισθανθεί τη κλήση της στην «οικουμενική μητρότητα», στο να γίνει, δηλαδή, μητέρα όλου του κόσμου και, ιδίως, των αδύναμων και κατατρεγμένων.
Δημιουργεί ένα περίεργο είδος αθεϊστικού μεσσιανικού λαϊκισμού, με κέντρο ένα αρχέτυπο του Χριστού, τον οποίο ονομάζει «ήρωα του λαού».

Η Μαρία, που ακόμη την έλεγαν Ελισάβετ, αρχίζει να αμφισβητεί τον “κόσμο” όχι επειδή πείστηκε για τον Χριστό, αλλά επειδή κατέρρευσε. Ο θάνατος της δεύτερης κόρης της, της αφαιρεί κάθε δυνατότητα ερώτησης που δεν έχει σώμα και αίμα από πίσω,

“τίς ἂν δῴη ἡμῖν τῶν σαρκῶν αὐτοῦ πλησθῆναι;”, ΙΩΒ 31,31

Κι άλλωστε όπως ο Θεός δεν εξηγείται, δεν εξηγεί κι όλας: Αναλαμβάνει.

Και τότε εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη παραλογή: Στο Παρίσι, στο θέατρο της κοσμικής λογικής, των ιδεών που καπνίζουν και σβήνουν, όπως το περιγράφει η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στους Μανδαρίνους, η Μαρία γίνεται μοναχή χωρίς να μοιάζει με μοναχή. Καπνίζει. Πίνει μπύρα. Παραβιάζει νηστείες. Παραλείπει ακολουθίες. Μπαίνει σε μπαρ. Αγκαλιάζει πόρνες, άστεγους, τρελούς, πολιτικά άχρηστους ανθρώπους. Τρομάζει τον κόσμο, τρομάζει και τον καημένο Αντώνιο του Σουρόζ που την είδε με τσιγάρο στο χέρι να γυρνάει στα μπάρ και αποφάσισε να μην πολυπλησιάζει.
Ο μοναστικός της κανόνας είναι παράδοξος για τους σοβαρούς: να μην αφήσει κανέναν μόνο. Πολλοί σκανδαλίζονται απο την έλλειψη ευσέβιας.
Η λογική αποχωρεί. Μένει μόνο η αγάπη.

Όταν έρχονται οι Ναζί, ο παραλογισμός κορυφώνεται. Τους κοροϊδεύει στα μούτρα τους. Με συνεργάτη τον π. Δημήτριο Κλεπινίν (μάρτυρας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άγιος της Εκκλησίας) πλαστογραφεί βαπτίσεις. Σώζει Εβραίους στο όνομα ενός Θεού που, σύμφωνα με “το” σύστημα, θα έπρεπε να την καταδικάσει. Ψεύδεται. Ειρωνεύεται. Παραβιάζει εντολές των κατακτητών και τους το λέει. Μπαίνει στο Velodrome d’Hiver και βγάζει παιδιά μέσα σε κάδους σκουπιδιών. Εδώ η θεολογία σωπαίνει και μιλά η πράξη.

Στο Ράβενσμπρουκ, η Μαρία δεν κραυγάζει. Δεν κηρύσσει. Δεν ζητά δικαίωση. Μοιράζεται το φαγητό της, άλλη μια πράξη απολύτως παράλογη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μιλά για Θεό χωρίς να εξηγεί τίποτα. Καίγεται σαν κερί στο σκοτάδι, όχι για να νικήσει το φώς και τέτοια ποιητικά, αλλά για να μην το αφήσει μόνο του.

Πεθαίνει Μεγάλο Σάββατο. Όχι συμβολικά. Κυριολεκτικά. Την επόμενη μέρα θα μπορούσε να είχε σωθεί. Δεν σώζεται. Σύμφωνα με μαρτυρίες και χωρίς να το καταλάβουν οι αρχές, παίρνει τη θέση μιας άλλης κοπέλας που πήγαινε για εκτέλεση.

Αν όλο αυτό δεν είναι παραλογισμός, τότε η λέξη δεν σημαίνει τίποτα.

Η Μαρία Σκομπτσόβα δεν είναι αγία επειδή έζησε σωστά και με το σαβουάρ βίβρ. Είναι αγία επειδή έζησε κατά κόσμον λανθασμένα, αλλά με αγάπη και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο, πιο σκανδαλώδες, πιο ελπιδοφόρο παράλογο που προσφέρουν κάποιοι παράλογοι άνθρωποι σε τούτο τον παράλογο κόσμο.

Περισσότερα άρθρα για την ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ
https://www.polymerwsvolos.org/2025/06/30/monahi_maria/#_ftn2
https://imargolidos.gr/αγία-μαρία-σκομπτσόβα-1891-1945-η-ημέρα-του-αγ/
https://www.polymerwsvolos.org/2024/12/11/maria_skomptsova_h_agia_maria_ton_parision/

Ήταν μια φορά ένας Ρώσος ευγενής που μπλέχτηκε στα δίχτυα του πάθους, ένας φιλόσοφος που βασανιζόταν να μας πείσει για τα οφέλη της δημιουργικής ηθικής και ένας Έλληνας λογοτέχνης που στόχευε στο να ξεμπροστιάσει τα εγχώρια πολιτικά μας δράματα.

Και οι τρεις ασχολούνται με την ίδια αιώνια, απελπιστική μάχη του ανθρώπου στην προσπάθεια του να βιώσει την πραγματική Ελευθερία (που τόσο εύστοχα περιγράφει ο Μπερντιάγιεφ), που δεν είναι απλώς μια ωραία ιδέα για ψιλοκουβέντα και διαφημίσεις στην τηλεόραση.

Στο «Περί του Προορισμού του Ανθρώπου» (έκδοση 1950), ο Νικολάι Μπερντιάγιεφ μάς γνωρίζει τη «Δημιουργική Ηθική» ως το υπέρτατο ιδανικό: Είσαι ελεύθερος, άρα οφείλεις να δημιουργήσεις τον εαυτό σου, να αποδράσεις από τη Νομική (και τόσο βαρετή!) Ηθική!
Η ελευθερία περιέχει τη δημιουργικότητα και η δημιουργικότητα είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο του ανθρώπινου προορισμού, μέσω του οποίου ο άνθρωπος συμμετέχει στη θεία δημιουργία.


Δυστυχώς, αυτή η μεγαλειώδης ιδέα προσγειώνεται απότομα στην αμείλικτη πραγματικότητα του Ιβάν Τουργκένιεφ στις «Ανοιξιάτικες βροχές» (έκδοση 1932).

Ο καημένος ο Ντμίτρι Σάνιν ξεκινάει γεμάτος νιάτα, έτοιμος για τον ενάρετο προορισμό του. Όμως, αρκεί μια σατανική femme fatale (εκείνη η Μαντάμ Πολόζοφ) για να του πάρει το μυαλό και να τον ρίξει στα ενστικτώδη πάθη. Όπως και στην ιστορία του Δαυίδ, όλη η ελεύθερη βούληση γίνεται καπνός για χάρη του λουτρού της Βηρσαβεέ.


Για να φέρουμε όμως τώρα τα υψηλά νοήματα στο ελληνικό γίγνεσθαι, καλούμε τον Αλέξανδρο Κοτζιά που έχει «Μια σκοτεινή υπόθεση». Εδώ, η τραγωδία δεν είναι πια μόνο ερωτική, αλλά γίνεται ελληνικά γραφειοκρατική και πολιτικά αβυσσαλέα.


Οι ήρωες είναι παγιδευμένοι όχι μόνο από τα πάθη, αλλά και από τις δομές, τη διαφθορά και το κοινωνικό «πρέπει». Το ερώτημα δεν είναι πλέον πώς θα εκπληρώσω τον προορισμό μου, αλλά πώς θα επιβιώσω από την «υπόθεση» χωρίς να χάσω την ψυχή μου.

Με λίγα λόγια, ο Μπερντιάγιεφ μάς έδωσε τον ορισμό της ελευθερίας, ο Τουργκένιεφ μας έδειξε πώς μπορούμε να την παραδίδουμε και ο Κοτζιάς μάς υπενθυμίζει πως κι αν ακόμα επιμείνεις να είσαι ελεύθερος, θα υπάρχει πάντα κάπου κάποιος αδιάφορος γραμματέας που θα προσπαθεί να σε περιορίσει, φορολογώντας την πνευματική σου αξιοπρέπεια.

Αυτά και πολλά ακόμα σπάνια βιβλία θα βρείτε εδώ