Αν η λογική του κόσμου ήταν επαρκής κάποιοι άνθρωποι δε θα έπρεπε να υπάρχουν ή, αν υπάρχουν, να είναι ελάσσονος σημασίας, δηλαδή σε μια υποσημείωση της ιστορίας, σε έναν φάκελο πολιτικών αποτυχιών, σε μια αποστροφή μιας συζήτησης για την προεπαναστατική Ρωσία ή σε έναν διάλογο με έναν ψυχίατρο. Όμως ας πάρουμε σαν παράδειγμα τη Μαρία. Η Μαρία υπήρξε και υπάρχει και η υπάρξή της επιμένει ν’ αποτελεί σκάνδαλο.
“ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας καὶ λίθος προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου.” ΠΕΤΡΟΥ Α,β’:7-8
Η Μαρία γεννήθηκε ως Ελισάβετ Πιλένκο σε έναν κόσμο που περιμένει πως οι ζωές έχουν γραμμικότητα: παιδικά χρόνια, ιδέες, ωρίμανση, γάμος, παιδιά, κάποια επιτυχία ή αποτυχία και τέλος τα θυμαράκια. Ο θάνατος του πατέρα της όμως σπάει αυτή τη γραμμή χωρίς ποίηση, χωρίς ρομαντισμό, απλά, καθημερινά και άγαρμπα. Ο Θεός δεν υπάρχει, αλλά κι αν υπάρχει συγκατοικεί με το θάνατο σκέφτηκε η Ελισάβετ και κάπως έτσι, με μια λογική απολύτως γραμμική, γίνεται άθεη.
Και κάπως έτσι αρχίζει το παράλογο. Διότι η Ελισάβετ κατά βάθος δεν παραιτείται από την αναζήτηση. Δε συμβιβάζεται με τον κόσμο. Δεν γίνεται απλώς μια ακόμη απογοητευμένη ψυχή. Αντί να μειώσει τις απαιτήσεις της από τον κόσμο, τις αυξάνει.
Μπαίνει στους επαναστατικούς κύκλους της Πετρούπολης, στον «Πύργο», εκεί όπου οι ιδέες συνυπάρχουν με άλλα εκρηκτικά. Παντρεύεται έναν παράνομο μπολσεβίκο ονόματι Δημήτριο Κουζμίν, απο τον οποίο θα πάρει διαζύγιο το 1912 ενώ ταυτόχρονα μπαίνει κι η ίδια στην παρανομία. Γράφει επαναστατικά. Ζει επαναστατικά. Συγκρούεται. Το 1913 γεννά το πρώτο της παιδί εκτός γάμου το οποίο μετά από λίγο θα χάσει. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εντάσσεται στο Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Εκλέγεται ἀντιδήμαρχος της πόλεως Ἀνάπα στη νότια Ρωσία, ενάντια στις δύο παρατάξεις των “Λευκών” και των “Κόκκινων”, εν τέλει την απειλούν να τη σκοτώσουν οι «Λευκοί», την απειλούν και οι «Κόκκινοι».
Δικάζεται από τους «Λευκούς» για επαναστατική δράση, αλλά την σώζει από το εκτελεστικό απόσπασμα ο δικαστής Ντανιήλ Σκομπτσόβ, ο μετ’ έπειτα σύζυγός της. Το 1923 φτάνει πρόσφυγας με την οικογένειά της στο Παρίσι, όπου θα γίνει η μόνιμη κατοικία της και το κέντρο δράσης της.
Εντωμεταξύ είχαν ήδη γεννηθεί τα δύο της μικρότερα παιδιά, ο Γιούρι (μάρτυρας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άγιος της Εκκλησίας) και η Νάστια. Η μικρή Αναστασία. Η Νάστια, το 1926, θα υποκύψει στη φυματιώδη μηνιγγίτιδα και η Ελισάβετ, συγκλονισμένη από το θάνατο της κόρης της, θα συναισθανθεί τη κλήση της στην «οικουμενική μητρότητα», στο να γίνει, δηλαδή, μητέρα όλου του κόσμου και, ιδίως, των αδύναμων και κατατρεγμένων.
Δημιουργεί ένα περίεργο είδος αθεϊστικού μεσσιανικού λαϊκισμού, με κέντρο ένα αρχέτυπο του Χριστού, τον οποίο ονομάζει «ήρωα του λαού».
Η Μαρία, που ακόμη την έλεγαν Ελισάβετ, αρχίζει να αμφισβητεί τον “κόσμο” όχι επειδή πείστηκε για τον Χριστό, αλλά επειδή κατέρρευσε. Ο θάνατος της δεύτερης κόρης της, της αφαιρεί κάθε δυνατότητα ερώτησης που δεν έχει σώμα και αίμα από πίσω,
“τίς ἂν δῴη ἡμῖν τῶν σαρκῶν αὐτοῦ πλησθῆναι;”, ΙΩΒ 31,31
Κι άλλωστε όπως ο Θεός δεν εξηγείται, δεν εξηγεί κι όλας: Αναλαμβάνει.
Και τότε εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη παραλογή: Στο Παρίσι, στο θέατρο της κοσμικής λογικής, των ιδεών που καπνίζουν και σβήνουν, όπως το περιγράφει η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στους Μανδαρίνους, η Μαρία γίνεται μοναχή χωρίς να μοιάζει με μοναχή. Καπνίζει. Πίνει μπύρα. Παραβιάζει νηστείες. Παραλείπει ακολουθίες. Μπαίνει σε μπαρ. Αγκαλιάζει πόρνες, άστεγους, τρελούς, πολιτικά άχρηστους ανθρώπους. Τρομάζει τον κόσμο, τρομάζει και τον καημένο Αντώνιο του Σουρόζ που την είδε με τσιγάρο στο χέρι να γυρνάει στα μπάρ και αποφάσισε να μην πολυπλησιάζει.
Ο μοναστικός της κανόνας είναι παράδοξος για τους σοβαρούς: να μην αφήσει κανέναν μόνο. Πολλοί σκανδαλίζονται απο την έλλειψη ευσέβιας.
Η λογική αποχωρεί. Μένει μόνο η αγάπη.
Όταν έρχονται οι Ναζί, ο παραλογισμός κορυφώνεται. Τους κοροϊδεύει στα μούτρα τους. Με συνεργάτη τον π. Δημήτριο Κλεπινίν (μάρτυρας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άγιος της Εκκλησίας) πλαστογραφεί βαπτίσεις. Σώζει Εβραίους στο όνομα ενός Θεού που, σύμφωνα με “το” σύστημα, θα έπρεπε να την καταδικάσει. Ψεύδεται. Ειρωνεύεται. Παραβιάζει εντολές των κατακτητών και τους το λέει. Μπαίνει στο Velodrome d’Hiver και βγάζει παιδιά μέσα σε κάδους σκουπιδιών. Εδώ η θεολογία σωπαίνει και μιλά η πράξη.
Στο Ράβενσμπρουκ, η Μαρία δεν κραυγάζει. Δεν κηρύσσει. Δεν ζητά δικαίωση. Μοιράζεται το φαγητό της, άλλη μια πράξη απολύτως παράλογη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μιλά για Θεό χωρίς να εξηγεί τίποτα. Καίγεται σαν κερί στο σκοτάδι, όχι για να νικήσει το φώς και τέτοια ποιητικά, αλλά για να μην το αφήσει μόνο του.
Πεθαίνει Μεγάλο Σάββατο. Όχι συμβολικά. Κυριολεκτικά. Την επόμενη μέρα θα μπορούσε να είχε σωθεί. Δεν σώζεται. Σύμφωνα με μαρτυρίες και χωρίς να το καταλάβουν οι αρχές, παίρνει τη θέση μιας άλλης κοπέλας που πήγαινε για εκτέλεση.
Αν όλο αυτό δεν είναι παραλογισμός, τότε η λέξη δεν σημαίνει τίποτα.
Η Μαρία Σκομπτσόβα δεν είναι αγία επειδή έζησε σωστά και με το σαβουάρ βίβρ. Είναι αγία επειδή έζησε κατά κόσμον λανθασμένα, αλλά με αγάπη και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο, πιο σκανδαλώδες, πιο ελπιδοφόρο παράλογο που προσφέρουν κάποιοι παράλογοι άνθρωποι σε τούτο τον παράλογο κόσμο.

