Carlo Emilio Gadda (1893–1973): Ο «Μεγάλος Λομβαρδός» και τα δύο κορυφαία έργα του στα Ελληνικά
Ο Carlo Emilio Gadda (Νοε. 14, 1893, Μιλάνο—Μάιος 21, 1973, Ρώμη) υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, καθώς ενώ σπούδασε μηχανικός, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της πνευματικής του ζωής στη φιλοσοφία και στη διερεύνηση της ανθρώπινης πολυπλοκότητας μέσα από ένα πειραματικό, «μπαρόκ» ή «χαοτικό» ύφος γραφής [2]. Μεγάλωσε σε αστικό περιβάλλον, αλλά η οικογενειακή περιουσία και κοινωνική θέση υπονομεύθηκαν από την απώλεια του πατέρα του το 1909 και τις επακόλουθες οικονομικές δυσκολίες, γεγονός που διαμόρφωσε έντονα μια πρώιμη διάθεση μελαγχολίας και ενδοσκόπησης [1]. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κατετάγη εθελοντικά, πιάστηκε αιχμάλωτος το 1917 και επέστρεψε για να ανακαλύψει πως είχε χάσει και τον αδελφό του, εμπειρίες που ενέτειναν την όψη της απώλειας και της υπαρξιακής πικρίας που συχνά αναδύεται στις σελίδες του [1]. Αν και εργάστηκε ως μηχανικός σε διάφορες χώρες, ανέπτυξε συγγραφικό έργο παράλληλα με συνεχή μελέτη στη φιλοσοφία, ειδικά σε ρεύματα όπως το νεοκαντιανό και η φαινομενολογία, επιδιδόμενος σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει πώς οι άνθρωποι κατασκευάζουν «μύθους» και σχήματα λόγου για να τιθασεύσουν το ρευστό χάος της ζωής [3]. Οι δύο κορυφαίες μυθιστορηματικές του συνθέσεις, που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά, είναι Η γνώση του πόνου (La cognizione del dolore) και Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα (Quer pasticciaccio brutto de via Merulana) [1], [2]. Στο πρώτο, ο Γκάντα επιστρέφει έμμεσα σε προσωπικές εμπειρίες, καθώς το σκηνικό μιας «φανταστικής» νοτιοαμερικανικής χώρας διασταυρώνεται με τις πραγματικές απώλειές του, τη σχέση του με τη μητέρα του και τη διάβρωση του οικογενειακού πλούτου. Στο δεύτερο, που αρχικά εκδόθηκε το 1957 και κυκλοφορεί στα Αγγλικά ως That Awful Mess on the Via Merulana, η πλοκή θέτει φαινομενικά στο επίκεντρο ένα αστυνομικό μυστήριο σε μια «ταπεινή» ρωμαϊκή πολυκατοικία, την εποχή που η Ρώμη βρίσκεται υπό την κυριαρχία του φασισμού και του «Γαϊδάρου επί θρόνου», όπως αποκαλεί υποτιμητικά ο Γκάντα τον Μουσολίνι [1], [2], [4]. Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι η πραγματική ουσία του μυθιστορήματος δεν είναι η λύση του εγκλήματος, αλλά η εξερεύνηση της ρωμαϊκής κοινωνίας ως πυκνού ιστού ανθρώπινων σχέσεων. Σε αυτό το πολυφωνικό χάος, χαρακτήρες κάθε είδους συνωθούνται, συγκρούονται, προδίδονται και άλλοτε καγχάζουν μέσα σε εναλλασσόμενη λαϊκή προφορικότητα, τεχνολογική ορολογία, πολιτικούς υπαινιγμούς και συνεχείς γλωσσικές ακροβασίες [3], [4].
Σύμφωνα με τον Ίταλο Καλβίνο, που προλογίζει μια αγγλική έκδοση ενός έργου, η πρόθεση του Γκάντα δεν ήταν να γράψει ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά να δείξει πώς ο κόσμος είναι ένα «σύστημα από συστήματα», με απειράριθμες επαφές και αλληλεπικαλύψεις [4]. Ο αστυνόμος Ινγκραβάλλο, ο οποίος φέρει το προσωνύμιο Ντον Τσίτσο και προέρχεται από τα νότια της Ιταλίας, αναζητά την αλήθεια γύρω από τα εγκλήματα στην οδό Μερουλάνα δίχως να βρίσκει σταθερά σημεία αναφοράς. Η διερεύνηση γλιστράει σε ένα παλλόμενο τοπίο χαρακτήρων — από κόμησσες και τραγικές συζύγους μέχρι ιερείς με ύποπτα γυαλισμένα παπούτσια, λαδέμπορους, θετές κόρες ή σπιτονοικοκύρηδες σε διαρκή οικονομική ανάγκη. Αυτή η υπεραφθονία ανθρώπινων φιγούρων μετατοπίζει σύντομα το κέντρο βάρους από την αστυνομική ίντριγκα στο ίδιο το σώμα της Ρώμης, σαν να εξαφανίζεται η μπαγκέτα του συγγραφέα πίσω από ένα αποκαλυπτικό «μπέρδεμα» στοιχείων [2], [3], [4]. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κριτικοί προσομοιάζουν το ύφος του Γκάντα με τη μοντερνιστική ροή συνείδησης, θυμίζοντας τον Τζόυς, παρόλο που ο Γκάντα αποφεύγει την εστίαση σε έναν κεντρικό ήρωα και αφήνει να διεμβολίσει η ίδια η πόλη το πεδίο αφήγησης. Μέσα από αυτόν τον πολτό (pasticcio) αναδεικνύεται μια βαθυτέρα θέση του συγγραφέα για την αδυναμία μας να κατακτήσουμε σαφές και βέβαιο νόημα, ειδικά μέσα σε αποπνικτικά πλαίσια όπως το φασιστικό καθεστώς [1], [4]. Το αληθινά «απαίσιο μπέρδεμα» δεν περιορίζεται στο δίπτυχο κλοπή και δολοφονία, αλλά αντανακλά το μπέρδεμα της κοινωνίας στην οποία φυτρώνουν — και πνίγουν — οι ατομικές ζωές.
Παρά την αδιαφιλονίκητη φιλολογική του σημασία, ο Γκάντα θεωρείται δύσκολος συγγραφέας. Η γλώσσα του, γεμάτη διαλέκτους, τεχνικούς όρους και αλλεπάλληλες παρενθετικές φράσεις, πολλές φορές μοιάζει να τσακίζει την αφήγηση ή να υπονομεύει τον ειρμό. Η πρόσληψη του έργου συχνά απαιτεί μια ιδιαίτερη εγκατάλειψη του αναγνώστη στις προθέσεις του κειμένου — σαν να χρειάζεται να απεμπολήσει την ανάγκη για μια κλασική, λογική διαδρομή από το αίνιγμα μέχρι τη λύση [3]. Αυτή η προϋπόθεση συνιστά «πρόκληση» αλλά και «γοητεία», όπως υποστηρίζει ο γράφων ενός πρόσφατου άρθρου, περιγράφοντας πώς προσπάθησε να ανοίξει τις κεραίες του σε ένα μυθιστόρημα που δεν θυμίζει σε τίποτα τα σαφή, εμπορικά «αστυνομικά» με αρτιωμένο τέλος [4]. Στο άρθρο αυτό περιγράφεται επίσης μια προσωπική εμπειρία «immersive reading», κατά την οποία ο αναγνώστης ταξίδεψε στη Ρώμη, αναζητώντας να ενισχύσει την επαφή του με την πόλη διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Γκάντα παράλληλα με την εξερεύνηση των ρωμαϊκών δρόμων. Μέσα από αυτήν τη βιωματική εμβάθυνση, η πλοκή — ακόμα κι αν παραμένει χαοτική — μετατράπηκε σε έναν οδηγό που επέτρεψε στον αναγνώστη να βυθιστεί στις λεπτομέρειες μιας σύγχρονης Ρώμης, νιώθοντας ότι το κείμενο τον εξωθεί να υπερβεί τις φυσικές του αναστολές, τους φόβους μπροστά στο ξένο, και να ενωθεί με τα ρεύματα ενός αφιλόξενου ήχου και χρώματος [4]. Ο Γκάντα, με άλλα λόγια, λειτουργεί ως καταλύτης για έναν πιο βαθύ τρόπο «ανάγνωσης» του ίδιου του τόπου. Το να περιηγείσαι στη Via Merulana του σήμερα, καθώς διαβάζεις για τα φασιστικά σκιρτήματα της δεκαετίας του ’20, δημιουργεί ένα δυαδικό στρώμα πραγματικότητας, μια «διπλή» πόλη που διασταυρώνει το παρελθόν με το παρόν στο ίδιο οδικό στίγμα.
Κάτι ανάλογο περιγράφεται και σε ελληνικές αναλύσεις σχετικά με το γιατί τα μυθιστορήματα του Γκάντα, παρότι «ημιτελή», έχουν μια ξεχωριστή σημασία: η ασυνήθιστη γλώσσα οδηγεί τον αναγνώστη σε αλλεπάλληλες αναγνώσεις, απαιτώντας κριτική εγρήγορση και ικανότητα να πειθαρχήσεις στις εναλλαγές του ύφους [1], [3]. Επιπλέον, ο Γκάντα ήταν ο ίδιος μια ενσάρκωση της πολυπλοκότητας που επιχείρησε να αποτυπώσει. Γεννημένος σε εύπορη οικογένεια, είδε τον πλούτο της να θρυμματίζεται· αγαπούσε τη μηχανική αλλά τη μισούσε ταυτόχρονα· θεωρούσε τον φασισμό αποτρόπαιο, αλλά δεν επιδόθηκε σε μετωπική πολιτική σύγκρουση· αντί να φτιάξει μια «καθαρή» λογοτεχνία, επιδόθηκε σε ένα ανομοιογενές στυλ που εγκιβωτίζει επιστημονικές, φιλοσοφικές και αθυρόστομες προφορικές εκφάνσεις [1], [2]. Αυτά τα αντιθετικά στοιχεία έδωσαν το αποτύπωμα της αληθινής του προσωπικότητας και — όπως επισημαίνεται από τους μελετητές [3] — κατέστησαν το έργο του αληθινά δύσπεπτο αλλά και σπάνια ζωντανό. Δεν είναι απλώς θέμα ύφους: υποκρύπτει μια φιλοσοφική πεποίθηση ότι η πραγματικότητα δεν ολοκληρώνεται ποτέ σε μια γραμμική αφήγηση. Ένας συγγραφέας που δεν ολοκλήρωσε τη διατριβή του για τη γνωσιοθεωρία του Λάιμπνιτς, αλλά παρέμεινε ώς το τέλος της ζωής του εμμονικός με την ιδέα πως οι άνθρωποι πλάθουν «συνθετικά» μοντέλα του κόσμου, τα οποία συνεχώς μας διαφεύγουν [3]. Γι’ αυτό και τα δύο μεγάλα μυθιστορήματά του απλώς αρνούνται να καταλήξουν σε κλειστές λύσεις. Στη Γνώση του πόνου, ο ίδιος ο πόνος γίνεται μια «γνωστική διαδικασία» άνευ τέλους, ανοιχτή σε επαναληπτικές περιφορές της συνείδησης· στον Φρικτό κυκεώνα, η αναζήτηση του δολοφόνου ματαιώνεται από τη διαρκώς διευρυνόμενη τοιχογραφία τυχαίων προσώπων και λεπτομερειών που υπονομεύουν το ενδεχόμενο οτιδήποτε να διασαφηνιστεί [1], [4].
Στο τελευταίο άρθρο, εκείνο του ταξιδιώτη που μετέτρεψε το διάβασμα της αγγλικής μετάφρασης του μυθιστορήματος σε «πύλη» για να νιώσει πιο οικεία στη Ρώμη, διαφαίνεται μια κοινή γραμμή: η αναμέτρηση με το ανοίκειο. Η ίδια η πανδημία και το lockdown του δίδαξαν να «σταματά» και να αφοσιώνεται ουσιαστικότερα σε κείμενα που ενίοτε του είναι δύσκολα, πράγμα που, όταν έγινε ξανά εφικτό το ταξίδι, εφάρμοσε και στην ίδια την πόλη [4]. Με τον τρόπο αυτό βίωσε τη Ρώμη όχι ως τουρίστας που θέλει γρήγορα να «κατακτήσει» μια καρτ-ποστάλ, αλλά ως ερευνητής μιας διαρκούς κοινωνικής ροής, αντηχώντας ακριβώς την οπτική του Γκάντα ότι «το αληθινό μπέρδεμα» είναι η ζωή, κι εμείς απλώς βουτάμε στο μερικό της κομμάτι. Ο αναγνώστης που ξεπερνά το άγχος του επιφανειακού και αφήνεται στη βαβούρα των χαρακτήρων, όπως και ο ταξιδιώτης που σβήνει το «καμπανάκι» του μυαλού του για το «άγνωστο», καταλήγει να προσεγγίζει μια άλλη σφαίρα αλήθειας. Η Ρώμη του 2022, όσο αλλιώτικη κι αν είναι από εκείνη του 1927, παρουσιάζει παραδόξως διαχρονικές συμφύσεις — από τους ίδιους δρόμους και τα γέρικα κτήρια μέχρι μια νοοτροπία που κάθε τόσο φανερώνει ίχνη ασυνεννοησίας, βουής και συμβολικής εξουσίας, όπως τότε που οι φασιστικοί άνεμοι χαρακτήριζαν τον ρυθμό της πόλης [4].
Αυτός ο βιωματικός παραλληλισμός υπογραμμίζει και την απενοχοποίηση του «δύσκολου» ή «ανολοκλήρωτου» κειμένου, όπως έχει επισημανθεί από στοχαστές της λογοτεχνίας [2], [4]. Αν, όπως λέει το σχετικό άρθρο, η «προσβασιμότητα» δεν είναι υποχρεωτικό να εφαρμόζεται σε έργα τέχνης, τότε ο Γκάντα δικαιωματικά απόφυγε να κάνει μια εύκολη, ανάλαφρη γραφή [4]. Επέλεξε την πολυπλοκότητα, ακριβώς επειδή πίστευε στη βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στο ακανόνιστο πλήθος των εντυπώσεων και σε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια να φτιάξουμε μια «τακτοποιημένη ιστορία». Έτσι, ο αναγνώστης που επιθυμεί να βυθιστεί στις σελίδες του καλείται να αποκηρύξει νοερά τις ευθείες προσδοκίες και να αφεθεί στη σύγκρουση των «συστημάτων» που περιέγραφε ο ίδιος ο συγγραφέας [1], [3]. Η εμπειρία, όπως δείχνει και η ανταπόκριση του ταξιδιώτη-αναγνώστη, υπερβαίνει τότε το απλό «διάβασμα» και γίνεται μια μορφή ταύτισης με την πόλη: η Ρώμη της κάθε εποχής συγχωνεύεται στο χαρτί και στα βήματα του περιηγητή, προκαλώντας έναν ανεπανάληπτο — αν και όχι πάντοτε ξεκούραστο — συνδυασμό. Στο τέλος, δύσκολα καταλαβαίνουμε αν πράγματι «λύθηκε» το μυστήριο της κλοπής των κοσμημάτων ή της δολοφονίας, γιατί ο Γκάντα θέλει να τονίσει πως εκείνο που έχει σημασία είναι η ίδια η διαδικασία της ενασχόλησης, της συντριβής μπρος στο άπειρο των παραγόντων και της δημιουργίας μιας νέας, όσο και εφήμερης, εσωτερικής συγκρότησης [1], [2], [3], [4].
Σε αυτήν την αέναη ρευστότητα, ο Γκάντα παραμένει «εγκυκλοπαιδιστής» που πλάθει μια γλώσσα δυναμική, αν και «επιθετική» προς τον ανέμελο αναγνώστη. Άλλωστε, στον βαθμό που ο ίδιος βίωνε τα τραύματά του (θάνατοι, πολεμική αιχμαλωσία, διάψευση της αστικής ευδαιμονίας) και απέφευγε τα δογματικά συστήματα (παρά το ειλικρινές ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία), αντιμετώπιζε την πραγματικότητα ως αδιάκοπη αναζήτηση νοήματος χωρίς τελικό σημείο [3]. Κάτω από αυτή την οπτική, το αστυνομικό κείμενο ήταν το πρόσχημα, η μαζική εισαγωγή που σύντομα διαλύεται σε ένα συμπίλημα φωνών, αντιφάσεων, κοινωνικών μύθων και πολιτικής σάτιρας. Το μόνο που ίσως «ξεκαθαρίζει» είναι ότι η ανθρώπινη εμπειρία παραμένει ανοιχτή, ανάλογη μ’ ένα ταξίδι σε ένα άγνωστο μέρος όπου μόνο όταν ενστερνιστείς το αλλότριο μπορείς να αποκτήσεις μια ουσιαστική επαφή. Το ίδιο περιγράφει εν τέλει και η σύγχρονη, «τουριστική» εμπειρία ενός ανθρώπου που έφτασε στη Ρώμη μετά το lockdown, βιώνοντας την πόλη με τη διαμεσολάβηση του Γκάντα [4]. Η ανάγκη για βαθιά εμπλοκή, για ενεργή ακρόαση των ήχων του δρόμου και για εγκατάλειψη των εύκολων προσχημάτων, μπορεί να μας απελευθερώσει από φόβους και ανασφάλειες σε σχέση με το «ξένο». Ακόμα κι αν ο Γκάντα, ως «Gran Lombardo» με ιδιάζουσα μισανθρωπία, δεν είχε ως στόχο να καθοδηγήσει ταξιδιώτες, οι αλλεπάλληλες φωνές της δικής του Via Merulana υποδεικνύουν ότι ο πιο πρόσφορος τρόπος να «βρούμε λύση» στο μυστήριο ενός τόπου είναι να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση της λύσης και να αφήσουμε την πόλη να μπει στο πετσί μας [1], [3], [4].
Το μυθιστόρημα Η γνώση του πόνου (La cognizione del dolore) γράφτηκε αρχικά σε μορφή συνέχειας μεταξύ 1938 και 1941,
ενώ μια ολοκληρωμένη του εκδοχή κυκλοφόρησε το 1963. Στα Ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση και με εκτενή εισαγωγή της Χαράς Σαρλικιώτη, η οποία επιπλέον παραθέτει επίμετρα τόσο του ποιητή Εουτζένιο Μοντάλε όσο και του Πιερ Πάολο Παζολίνι, που αμφότεροι θεωρούσαν τον Γκάντα εξέχουσα μορφή της ιταλικής νεωτερικής λογοτεχνίας.
Η γνώση του πόνου μεταφέρει πολλά από τα αυτοβιογραφικά βιώματα του συγγραφέα, αν και τυπικά διαδραματίζεται σε μια φανταστική χώρα της Νότιας Αμερικής. Ο Γκάντα προβάλει εκεί, μέσα από αλληγορικά σχήματα, τη σχέση του με τη μητέρα του, τις απώλειες που βίωσε, καθώς και την πίκρα του για την παρακμή της οικογενειακής του περιουσίας. Η μελαγχολία, η ειρωνεία, ακόμη και το κωμικό στοιχείο συνυπάρχουν διαρκώς, υποδεικνύοντας τόσο τη «γνώση» που αποκομίζει ο άνθρωπος από τον πόνο όσο και την αστάθεια που τον διαβρώνει.
Αυτό που εντυπωσιάζει τους αναγνώστες (και πολλές φορές τους δυσκολεύει) είναι η εκπληκτική γλωσσική ποικιλία του κειμένου. Μέσα στις σελίδες του ο Γκάντα συνδυάζει ιταλικά ιδιώματα, φιλοσοφικούς όρους, λέξεις από την ιατρική και τη μηχανική, αλλά και λογοτεχνικά ρεφρέν από το παρελθόν. Η μετάφραση του έργου στα Ελληνικά θεωρήθηκε πρόκληση, καθώς χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να αποδοθεί σε μια γλώσσα τόσο διαφορετική και να διασωθεί κάτι από το «γλωσσικό παστίτσιο» που είναι σήμα-κατατεθέν του Γκάντα.
Η «γνώση του πόνου» δεν παραπέμπει μονάχα σε ψυχολογικά ή συναισθηματικά μονοπάτια· περιλαμβάνει και μια βαθιά φιλοσοφική προβληματική γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση. Συμφιλιώνεται άραγε ο άνθρωπος με τον πόνο ή κατανοεί απλώς τις προεκτάσεις του; Ο Γκάντα, που είχε εντρυφήσει σε ρεύματα όπως το νεοκαντιανό και το φαινομενολογικό, επεδίωκε μέσω της λογοτεχνικής γραφής να καταδείξει την αδυναμία μιας μονοδιάστατης ή «κλειστής» κατανόησης του κόσμου. Ο πόνος ενεργοποιεί την επιθυμία για απόκτηση γνώσης, ταυτόχρονα όμως μας θυμίζει την αδυναμία μας να κατακτήσουμε έναν σαφή, οριστικό ορισμό της πραγματικότητας.
Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
Ο μηχανικός Γκοντζάλο Πιρομπουτίρρο – alter ego του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, κάτοικος του φανταστικού Μαρανταγκάλ (συγχώνευση Ιταλικής Λομβαρδίας και Λατινικής Αμερικής), ξετυλίγει και αναλύει με άγριο αυτοσαρκασμό τις νευρώσεις του, την αδύνατη σχέση με τη μητέρα του, τη μνησικακία απέναντι στους γονείς του, την οδύνη της απώλειας του αδελφού του στον πόλεμο, την αντικοινωνικότητά του, τη μοναξιά του. Σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης επιμένει στην ουτοπία ενός ηθικού κόσμου και επιτίθεται με άγριο χλευασμό στην αναρριχώμενη τάξη των μικροαστών, την ηλιθιότητα των χωρικών, το ναρκισσισμό του Εγώ, της πιο ”αποκρουστικής αντωνυμίας”. Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, παραληρηματική εξομολόγηση και κάθαρση, έργο που συνδυάζει…
Μόνο 1 απομένουν σε απόθεμα
Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα:
Η αστυνομική πλοκή και το «ανολοκλήρωτο»
Το δεύτερο μεγάλο μυθιστόρημα του Γκάντα που υπάρχει στα Ελληνικά, Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα (Quer pasticciaccio brutto de via Merulana), γνωστό και ως Το απαίσιο μπέρδεμα, εκδόθηκε το 1957. Στα Ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φόρμα (1991), σε μετάφραση του Κώστα Κουντούρη, συνοδευόμενο από πρόλογο του Ίταλο Καλβίνο και εκτενές μεταφραστικό σημείωμα. Ο Ίταλο Καλβίνο εξήρε την πολυεπίπεδη προσέγγιση του Γκάντα, υποστηρίζοντας πως το έργο του θα μπορούσε να συνεχιστεί «επ’ άπειρον», καθώς η πραγματικότητα που επιχειρεί να απεικονίσει είναι αστείρευτη.
Το Παστιτσάτσο, όπως ονομάζεται χαϊδευτικά από τους Ιταλούς, ξεκινάει φαινομενικά σαν μυθιστόρημα αστυνομικής έρευνας που αφορά μια δολοφονία και μια διάρρηξη σε μια πολυκατοικία της φασιστικής Ρώμης. Ο επιθεωρητής έρχεται σε επαφή με ανθρώπους από διάφορα κοινωνικά στρώματα, και ο Γκάντα αξιοποιεί αυτό το πλαίσιο για να αναδείξει τη διαφθορά, την υποκρισία και τις προκαταλήψεις που κρύβονται σε κάθε επίπεδο της ρωμαϊκής κοινωνίας του Μουσολίνι.
Ωστόσο, το μυθιστόρημα σύντομα απομακρύνεται από τις συμβάσεις του αστυνομικού είδους και μετατρέπεται σε ένα απίστευτο «κουβάρι» γλωσσικών στρωμάτων, λογοτεχνικών αναφορών και κοινωνικών σχολίων. Η πλοκή ουσιαστικά διαλύεται, ή αλλιώς απλώνεται σε πολλές κατευθύνσεις, καθώς ο Γκάντα ενδιαφέρεται λιγότερο για την απονομή δικαιοσύνης και περισσότερο για το να συλλάβει το ρευστό χάος της καθημερινής ζωής.
Ο ΦΡΙΚΤΟΣ ΚΥΚΕΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΜΕΡΟΥΛΑΝΑ
Πρόκειται για ένα απόλυτα μοντέρνο και περίπλοκο αστυνομικό μυθιστόρημα. “Επίκεντρο η οδός Μερουλάνα, το κτίριο των πλουσίων, όπου μια ληστεία σε μια φοβισμένη κυρία δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει ο φρικτός κυκεώνας και πριν καλά καλά κοπάσουν τα κουτσομπολιά και οι ψίθυροι των περιοίκων, ο φόνος της πλούσιας γειτόνισσας δημιουργεί μια μεγαλύτερη δίνη που απορροφά αμετάκλητα το προηγούμενο περιστατικό…” (η περιγραφή από μια ανάρτηση του Οδυσσέα Μουζίλη). Η χρήση πολλών διαλέκτων της ιταλικής γλώσσας, που δημιουργούν έναν κυκεώνα, μαζί με την ιδιάζουσα γραφή του Γκάντα είναι από τα κύρια στοιχεία που το κάνουν ένα από τα πιο δύσκολα βιβλία για…
Μόνο 1 απομένουν σε απόθεμα
Πολλά έχουν γραφτεί για τον «μπαρόκ» χαρακτήρα του Γκάντα.
Ο ίδιος ο Γκάντα διακήρυττε: «Μπαρόκ είναι η ίδια η ζωή». Στο Παστιτσάτσο, όλη αυτή η διάσταση εκφράζεται μέσα από τεράστιες περίοδους λόγου, ξαφνικές διακοπές ροής, εναλλαγή ύφους από το ύψος της λογιότητας στα βάθη της λαϊκής διαλέκτου, ή ακόμη και ακραία κωμικά ή σκωπτικά ξεσπάσματα.
Eίναι ο Γκάντα ρεαλιστής συγγραφέας ή μπαρόκ;
Συχνά τίθεται αυτό το ερώτημα. Επισήμως, η διάσταση του «μπαρόκ» στον Γκάντα καταγράφεται και στην τάση του να εστιάζει στις «ατέλειωτες στρωματοποιήσεις» της πραγματικότητας, όπως σημειώνει και ο Ίταλο Καλβίνο. Η γλώσσα του Γκάντα φαίνεται να «παραμορφώνει» ή να «ξεχειλώνει» τις περιγραφές, ακριβώς επειδή επιχειρεί να καταγράψει όσο το δυνατόν πιο σφαιρικά την ροή της εμπειρίας.
Παρόλα αυτά, υπάρχει και ένα βαθύτατα ρεαλιστικό στοιχείο στον Γκάντα: δεν αρνείται τον κόσμο, δεν γράφει αμιγώς φαντασιακά έργα· αντίθετα, αποκαλύπτει με σχεδόν ωμή λεπτομέρεια την κοινωνική διαστρωμάτωση, την πολυφωνία των διαλέκτων, τα πολλαπλά κίνητρα και συμφέροντα. Η πραγματικότητα είναι περίπλοκη, «μπερδεμένη», με άπειρες αντιθέσεις· συνεπώς, το μόνο αληθινά ρεαλιστικό μέσο, θα ισχυριζόταν, είναι να αναπαραστήσει κανείς αυτή την πολυπλοκότητα, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα μοιάζει χαοτικό.
Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά ζωντανή, αλλά και περίπλοκη «πολυσχιδής πραγματικότητα», όπως την ονόμασε ο Καλβίνο. Το βιβλίο στην ουσία του αφήνει εκκρεμείς λύσεις· ο δολοφόνος δεν ξεκαθαρίζεται πλήρως, η αλήθεια χάνεται σε μια ατέρμονη συσσώρευση απόψεων, αφηγήσεων και παρανοήσεων. Αυτός ακριβώς ο ανοιχτός χαρακτήρας κάνει τον Γκάντα μοναδικό, αλλά και δύσκολο ως ανάγνωσμα.
Σημαντικό ρόλο στο συγγραφικό του έργο διαδραματίζει το γεγονός ότι ο Γκάντα είχε εκτενείς φιλοσοφικές ανησυχίες.
Αν και δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη διατριβή του με θέμα τον Λάιμπνιτς, το πάθος του για ζητήματα γνωσιολογίας και οντολογίας παραμένει σαφές. Διάβασε και επηρεάστηκε από τη νεοκαντιανή σχολή, τη φαινομενολογία, ενώ τον απασχόλησε έντονα ο τρόπος που ο «μύθος» διαμορφώνει τη σκέψη μας.
Για τον Γκάντα, οι μύθοι, οι ιδέες-σταθερές, οι εμμονές μας, συνιστούν μορφές συμβολικής ή «ψυχοδυναμικής» έκφρασης της ανθρώπινης ανάγκης να δώσουμε σχήμα και νόημα στην πραγματικότητα. Μέσα από τις σελίδες του και ιδίως μέσα από την αναλυτική, «εγκυκλοπαιδική» του γραφή, ο Γκάντα θεωρούσε πως η λογοτεχνία μπορεί να αποκαλύψει τους κρυμμένους μηχανισμούς αυτών των «μύθων»: από πολιτικές ιδεολογίες (π.χ. φασισμός) μέχρι τις προσωπικές μας εμμονές (οικογενειακή τιμή, καθημερινά έθιμα, θρησκευτική πίστη).
Ωστόσο, δεν μένει στη στείρα κριτική της αυταπάτης. Μέσα από την αστείρευτη ειρωνεία του, αναδεικνύει και τις εγγενείς ανάγκες της ανθρώπινης φύσης, που μας κάνουν να δημιουργούμε μύθους, ώστε να προσανατολιστούμε μέσα σε ένα «άπειρο φάσμα» ερεθισμάτων. Εδώ έγκειται και η συνάφεια με την έννοια του «ανολοκλήρωτου»: ένας «μύθος» δεν κλείνει ποτέ οριστικά, καθώς η ζωή μάς ξανασυστήνει συνεχώς νέα δεδομένα και νέες προσλήψεις της πραγματικότητας.
Στην Ελλάδα, αν και ο Γκάντα δεν είναι τόσο διαδεδομένος όσο άλλοι Ιταλοί συγγραφείς
(π.χ. Ίταλο Καλβίνο, Πρίμο Λέβι, Ουμπέρτο Έκο), οι μεταφράσεις των δύο μυθιστορημάτων του εντούτοις προσέλκυσαν το ενδιαφέρον ενός πιο απαιτητικού αναγνωστικού κοινού. Ακαδημαϊκοί φιλόλογοι και κριτικοί λογοτεχνίας έχουν επισημάνει πως πρόκειται για έργα-προκλήσεις, τα οποία απαιτούν επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις.
Ο Γκάντα «παρενοχλεί» τον βολεμένο αναγνώστη· δεν επιτρέπει την εύκολη ανάγνωση και κατανόηση, αλλά απαιτεί διαρκή εγρήγορση. Η μορφή «παρενόχλησης» προκύπτει από την άρνησή του να προσφέρει ένα κλασικό κλείσιμο (αυστηρό τέλος ή λύση της πλοκής). Είναι μια στρατηγική λογοτεχνικού πειραματισμού που παραπέμπει στον Μοντερνισμό του Τζέιμς Τζόυς, όπου η γλώσσα και η δομή του κειμένου συμπράττουν έτσι ώστε το «νόημα» να διαφεύγει.
Συχνό ερώτημα: γιατί οι ιστορίες του Γκάντα μοιάζουν «ημιτελείς»;
Ο ίδιος προτίθεται να σπείρει αμφιβολίες γύρω από τη δυνατότητα να βρούμε έναν «τελικό φταίχτη» ή μια οριστική ερμηνεία. Στο Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα, ο δολοφόνος μένει σε μεγάλο βαθμό απροσδιόριστος· στο Η γνώση του πόνου, η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα προβάλλεται μεν, αλλά δεν επιλύεται στο τέλος. Τίποτα δεν κλείνει οριστικά.
Από φιλοσοφική σκοπιά, ο Γκάντα συνδέεται με την ιδέα ότι η πραγματικότητα διαφεύγει διαρκώς από τα συστήματα και τους ορισμούς. Ακόμη κι αν κάθε ατομικό υποκείμενο προσπαθεί να οικοδομήσει «μύθους» ή «σχήματα» για να πορευθεί, η πολυπλοκότητα του κόσμου συνεχώς ανατρέπει αυτές τις ψευδαισθήσεις. Η «ημιτέλεια» λοιπόν δεν είναι αδυναμία· είναι η ίδια η υπενθύμιση ότι ο κόσμος δεν τελειώνει σε ένα κεφάλαιο ή σε ένα εύρημα της αστυνομικής αφήγησης, αλλά ρέει αέναα.
Οι δύο ελληνικές μεταφράσεις αποτελούν μικρά «κατορθώματα» στον χώρο της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας.
Στο Η γνώση του πόνου, η μεταφράστρια Χαρά Σαρλικιώτη παραθέτει εκτενέστατη εισαγωγή που, μεταξύ άλλων, φωτίζει τη μυθιστορηματική τεχνοτροπία του Γκάντα, την αυτοβιογραφική ρίζα του κειμένου και τις γλωσσικές αποχρώσεις. Στο Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα, ο μεταφραστής Κώστας Κουντούρης αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να αποδώσει όλες τις ρωμαϊκές διαλέκτους και τα ευφάνταστα λεκτικά αμαλγάματα του Γκάντα, ενώ στον πρόλογο ο Ίταλο Καλβίνο δίνει τις δικές του ερμηνείες.
Αμφότερα τα βιβλία έχουν τραβήξει την προσοχή πανεπιστημιακών στη χώρα μας, οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι ο Γκάντα αποτελεί δείγμα αφενός του ριζοσπαστικού μοντερνισμού (και μεταμοντέρνου στοιχείου, θα λέγαμε σήμερα) και αφετέρου μιας εντελώς ιδιαίτερης ιταλικής γραμματείας που συνενώνει σε απόλυτο βαθμό τις αντιθέσεις: λογιοσύνη και λαϊκότητα, φιλοσοφία και αφήγηση, ειρωνεία και τραγικότητα, γλώσσα-κατασκευή αλλά και γλώσσα-αναρχία.
Ο Γκάντα, «ο μεγάλος Λομβαρδός», όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεν είναι ένας συγγραφέας που «διαβάζεται» μονορούφι.
Απαιτεί πολλαπλές αναγνώσεις, εξοικείωση με την πολυπρόσωπη γλώσσα του, αλλά και διάθεση για ανοιχτή, φιλοσοφημένη σκέψη. Όποιος κατορθώσει να εισδύσει στον λαβύρινθό του κερδίζει την εμπειρία ενός ολόκληρου κόσμου με εντάσεις, πειραματισμούς, αστείες παρεκκλίσεις και τραγικές κορυφώσεις.
- Τα μυθιστορήματά του φαινομενικά δεν κλείνουν, δίνοντάς μας ένα «ψυχικό τοπίο» όπου κάθε υπόθεση μένει ανοιχτή στην ερμηνεία. Μέσω αυτού του εσκεμμένου «κενού», ο Γκάντα μας υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν έχει ευθύγραμμες δομές.
- Ο Γκάντα χειρίζεται τις αστυνομικές ή κοινωνικές αφηγήσεις του ως φορείς μιας πιο βαθειάς υπαρξιακής αναζήτησης: τι είναι η γνώση; Πόσο αντέχει ο άνθρωπος να ζει με την αβεβαιότητα; Πόσο μάταιο ή αποκαλυπτικό είναι να χτίζουμε «μύθους» για να εξηγούμε τον κόσμο;
- Δεδομένου ότι έζησε και έγραψε μέσα στα χρόνια της ανόδου του Μουσολίνι, ο Γκάντα δεν έκρυψε την απέχθειά του για κάθε είδους τυραννία και πλύση εγκεφάλου. Στον Φρικτό κυκεώνα, ειδικά, ο φασισμός προβάλλεται ως μια συλλογική εμμονή, ένας «μύθος» που υποδουλώνει και εν τέλει γελοιοποιεί τους ανθρώπους.
- Πίσω από τις γλωσσικές ακροβασίες κρύβονται βαθύτατες ανησυχίες για την ανθρώπινη συνθήκη: ο πόνος, η μοναξιά, η απώλεια, ο φόβος της συνύπαρξης αλλά και η ματαιοδοξία που θολώνει το βλέμμα όλων μας.
Η αξία του Γκάντα στη σύγχρονη εποχή έγκειται ακριβώς σε αυτό: στην ικανότητά του να «ταράζει» τα νερά, να διατηρεί αμφισημίες, να δείχνει ότι η αλήθεια είναι έτοιμη να γλιστρήσει ανά πάσα στιγμή. Όσοι ασχολούνται με τη μελέτη της λογοτεχνίας, της ψυχολογίας ή και της φιλοσοφίας ανακαλύπτουν σε αυτόν ένα πολυδύναμο σημείο αναφοράς για την κατανόηση της σύνθετης, μερικές φορές χαοτικής, ανθρώπινης ύπαρξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκάντα τοποθετείται συχνά δίπλα σε συγγραφείς όπως ο Τζέιμς Τζόυς ή ο Λουί-Φερντινάντ Σελίν.
Όπως ο Τζόυς, και ο Γκάντα πειραματίζεται εξαντλητικά με τη γλώσσα, τη ροή της συνείδησης, και τα διακειμενικά παιχνίδια. Όπως ο Σελίν, εκφράζει και μια ωμότητα ή κυνισμό για την ανθρώπινη κατάσταση, ενώ διαποτίζει την αφήγηση με βαθύτατη ειρωνεία και σαρκασμό. Αυτά τα στοιχεία, βέβαια, ο Γκάντα τα παντρεύει με μια ιταλική φλέβα που είναι διάχυτη από λαϊκές διαλέκτους, κωμικά λεκτικά ευρήματα και μια αίσθηση «εγκυκλοπαιδικής διαστροφής», όπως θα έλεγαν κάποιοι κριτικοί.
Στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο Γκάντα ίσως να απαιτεί μια αρχική μύηση στις ιδιαιτερότητες της γραφής του. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η πρόκληση είναι που κάνει τα μυθιστορήματά του ολοζώντανα και επίκαιρα. Αποπνέουν μια διαρκή, ανήσυχη αναζήτηση αλήθειας σε έναν κόσμο που μόνιμα διαφεύγει μέσα από διαψεύσεις και ανατροπές.
Για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει στην παγκόσμια λογοτεχνία του 20ού αιώνα,
ο Κάρλο Εμίλιο Γκάντα είναι μια επιλογή που δύσκολα προσπερνιέται. Η γνώση του πόνου και Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα αποτελούν κορυφαία δείγματα της ιδιοφυΐας του: έργα «ημιτελή» στον βαθμό που αντανακλούν τον αστάθμητο, αχανή χαρακτήρα της ίδιας της ζωής.
Διαβάζοντάς τα, κατανοούμε ότι ο Γκάντα, μηχανικός και φιλόσοφος μαζί, επιχείρησε να «κατασκευάσει» με όρους λογοτεχνίας ένα σύμπαν εφάμιλλο της πολυπλοκότητας που αποπειράται να συλλάβει η επιστήμη. Όπως ένας μηχανικός, επιδιώκει να δώσει σχήμα στην ύλη της εμπειρίας· όπως ένας φιλόσοφος, δεν παύει να αναρωτιέται για τα όρια του νου, για την αδυναμία μας να συνθέσουμε μια απόλυτη εικόνα της πραγματικότητας. Και, τελικά, όπως ένας μεγάλος λογοτέχνης, μας αφήνει ανοιχτές χαραμάδες στον «φρικτό κυκεώνα» του κόσμου, προσκαλώντας μας σε μια αέναη αναζήτηση.
«Υπάρχει κάτι στον κόσμο τον πραγματικό που να έχει ένα σαφές και καθορισμένο τέλος;» αναρωτιέται κάποια στιγμή ο Γκάντα. Η απάντηση, αν και δεν προσφέρεται ρητά, υπονοείται σε ολόκληρο το έργο του: όχι, διότι ο κόσμος διαρκώς μας υπερβαίνει. Κι όμως, μέσα από τη «γνώση του πόνου» και τα «απαίσια μπερδέματα» της ύπαρξης, μαθαίνουμε κάτι παραπάνω για εμάς τους ίδιους: ότι παραμένουμε πλάσματα τα οποία, όσο εγκλωβισμένα κι αν είναι στους μύθους και στις αυταπάτες τους, δεν παύουν ποτέ να γοητεύονται από το ανεξάντλητο μυστήριο του ίδιου του ζην.
Το άρθρο εμπνεύστηκε (και μερικές φορές ξεσήκωσε) από τις παρακάτω πηγές:
[1] Κάρλο Εμίλιο Γκάντα: Ο μεγάλος Λομβαρδός του Αλέξανδρου Δαμίγου από τον ιστοχώρο https://edromos.gr/
[2] Στοιχεία αντλημένα από την μελέτη Towards a Hermeneutics of Myth: Carlo Emilio Gadda’s Unexplored Philosophical Relationship with Antonio Banfi and His Milanese Entourage που αφορά τη ζωή και το έργο του Carlo Emilio Gadda από το site https://www.tandfonline.com/.
[3] Εγκυκλοπαίδεια Britannica.
[4] Το άρθρο The immersion method: ‘That Awful Mess on the Via Merulana’ (Carlo Emilio Gadda, 1957)


